20 Αυγούστου, λίγο μετά τη μεγάλη γιορτή. Επιστροφή στην έρημη Αθήνα. Το πρωί, τελευταίο μπάνιο, ένα κοπάδι πελαργών στον δρόμο προς τον Βορρά σταματά, συνεπές στο ετήσιο ραντεβού του, για να ξεκουραστεί δίπλα στο σπίτι. «Οι λέξεις είναι σαν τα πουλιά. Κάποιες λέξεις είναι αγγελιοφόροι που έρχονται από μακριά, από μακρινές χώρες. Για αυτές δεν υπάρχουν σύνορα, μόνο αστέρια», γράφει ο Αμερικανομεξικανός ποιητής Francisco X. Alarcón.
Στην περίπτωση των πελαργών, το ταξίδι σώζει ζωές. Κυριολεκτικά. Στη δική μας περίπτωση είναι ίσως περισσότερο επιθυμία παρά ανάγκη: φεύγουμε προσδοκώντας ότι κάπου αλλού, έστω για λίγες ημέρες, θα είμαστε λίγο πιο ευτυχισμένοι. Είμαστε άραγε;
Η ψυχολογία λέει πως ναι — αλλά με καθοριστικές υποσημειώσεις. Η πρώτη είναι ότι οι διακοπές αρχίζουν πολύ πριν μπούμε στο πλοίο ή στο αεροπλάνο. «Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα», γράφει ο Καζαντζάκης. Σχέδια, βιβλία, χάρτες, εισιτήρια, σκέψεις για το πού θα μείνουμε και με ποιους θα πάμε. Η προσμονή μιας θετικής εμπειρίας παράγει ήδη θετικό συναίσθημα. Έρευνες δείχνουν ότι άνθρωποι που πρόκειται να πάνε διακοπές είναι πιο ευτυχισμένοι ακόμη και πριν, από όσους δεν έχουν προγραμματίσει ταξίδι. Είναι η ψυχολογία της προσμονής: η ευχαρίστηση να γνωρίζεις ότι κάτι καλό σε περιμένει.
Και όταν φτάσουμε; Μειώνονται οι απαιτήσεις της καθημερινότητας και το στρες, ενώ αυξάνονται η χαλάρωση, η αυτονομία, οι ευχάριστες εμπειρίες και η ανθρώπινη σύνδεση.
Το σημαντικότερο, όμως, ίσως είναι κάτι λιγότερο φωτογενές: να ξεχάσουμε τη δουλειά. Δεν αρκεί να έχουμε φύγει γεωγραφικά από το γραφείο. Πρέπει, όσο γίνεται, να έχουμε φύγει και νοητικά. Μπορεί κάποιος να βρίσκεται στην Κρήτη και ψυχολογικά να μην έχει πάει ποτέ διακοπές: να κοιτάζει τα email στην παραλία, να απαντά σε μηνύματα στο ταβερνάκι, να σκέφτεται τις εκκρεμότητες ενώ κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα. Η πιο παράδοξη και ταυτόχρονα συνηθισμένη εικόνα των σύγχρονων διακοπών: τα λάπτοπ δίπλα στα αντιηλιακά.
Και αυτό δεν είναι μόνο προσωπική επιλογή. Το πόση άδεια δικαιούμαστε, πόσο αποδεκτό είναι να μην απαντήσουμε στο τηλέφωνο και πόσο η δουλειά επιτρέπεται να εισβάλλει στον ελεύθερο χρόνο μας καθορίζονται και από την εργασιακή κουλτούρα. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητα το ταξίδι που μας ξεκουράζει. Είναι η προσωρινή αλλαγή της σχέσης μας με τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Μελέτες τονίζουν και τη σημασία των δραστηριοτήτων στις μέρες ξεκούρασης. Περπάτημα, πεζοπορία, κολύμπι και άλλες σωματικές δραστηριότητες συνδέονται με μεγαλύτερη ευεξία από την αποκλειστικά παθητική ανάπαυση. Αυτό χαλάει λίγο τη φαντασίωση ότι ιδανικές διακοπές σημαίνει απραξία. Η έρευνα δείχνει περισσότερο προς ένα μείγμα: αποσύνδεση, ανάπαυση, κίνηση, ευχάριστες δραστηριότητες και ανθρώπινη σύνδεση. Λίγη ξαπλώστρα, λοιπόν, αλλά όχι μόνο ξαπλώστρα.
Και πόσες μέρες χρειαζόμαστε; Μελέτες δείχνουν ότι η ευεξία δεν κορυφώνεται απαραίτητα από το πρώτο Σαββατοκύριακο: χρειάζεται χρόνος για να επιδράσει η αλλαγή, με ορισμένα ευρήματα να τοποθετούν την κορύφωση περίπου στην όγδοη ημέρα. Και το καλό νέο είναι ότι η επίδραση δεν εξαφανίζεται μόλις πατήσουμε το πόδι μας στο λιμάνι. Σε ορισμένες μελέτες, το αποτύπωμα της ανάκαμψης παραμένει αισθητό περίπου τρεις εβδομάδες — γύρω στις 21 ημέρες. Τόσο βρίσκεται ότι διαρκεί κατά μέσο όρο το υψηλό επίπεδο ευεξίας που μας πρόσφερε το φετεινό νησί και μάλιστα με την προ-διακοπών ένταση. Η διάρκεια μετράει, αλλά μαζί της μετρούν η πραγματική αποσύνδεση, η ποιότητα των ημερών που περάσαμε και το στρες που μας περιμένει.
Επιστρέψαμε.
Το ξυπνητήρι ξαναχτυπά, το inbox γεμάτο και η ελευθερία αντικαθίσταται από πρόγραμμα, υποχρεώσεις και προθεσμίες. Οι διακοπές ανακουφίζουν από το στρες, συνήθως όμως δεν εξαφανίζουν τις πηγές του. Υπάρχει και ένας απλός ψυχολογικός μηχανισμός: η σύγκριση. Μετά από μια ιδιαίτερα ευχάριστη περίοδο, η συνηθισμένη ζωή μπορεί να μας φαίνεται λίγο χειρότερη επειδή τη συγκρίνουμε με κάτι πολύ καλύτερο. Η πρώτη Δευτέρα μετά από δύο εβδομάδες σε ένα νησί μπορεί να φαίνεται χειρότερη από μια οποιαδήποτε Δευτέρα του Νοεμβρίου. Έχει αλλάξει το σημείο αναφοράς.
Παίζει ρόλο πόσο μακριά πήγαμε; Ταξιδιώτες ή τουρίστες; Σε ένα διήγημα διαβάζω κοροϊδευτικά πως ταξιδιώτης είμαι πάντα και παντού εγώ· τουρίστες είναι οι άλλοι. «Travel light. Ένα πουκάμισο, ένα παντελόνι, ένα εσώρουχο και ένα σαπούνι», ξεκαθαρίζει ένας θεραπευόμενος για τις επόμενες διακοπές του. Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι εξωτικοί προορισμοί και τα ατελείωτα χιλιόμετρα δεν είναι απαραίτητα. Το θεραπευτικό στοιχείο των διακοπών βρίσκεται περισσότερο σε αυτό που συμβαίνει μέσα μας παρά στις ώρες πτήσης που διανύσαμε.
Μας κάνουν τουλάχιστον τα ταξίδια πιο ανοιχτούς στους άλλους; Ένα από τα γνωστότερα ταξιδιωτικά στερεότυπα λέει ότι πηγαίνοντας σε μακρινές χώρες γινόμαστε «πολίτες του κόσμου» και άρα πιο ανοιχτόμυαλοι. Η κοινωνική ψυχολογία είναι πιο επιφυλακτική. Η απλή συνύπαρξη με ανθρώπους άλλων πολιτισμικών ομάδων δεν αρκεί για να περιορίσει τις προκαταλήψεις. Μετράει το είδος της επαφής: η ισοτιμία, η συνεργασία, οι κοινοί στόχοι. Άλλο να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι, να δουλέψουμε και να γελάσουμε μαζί και άλλο η επαφή μας με τους ανθρώπους ενός τόπου να περιορίζεται σε εκείνους που καθαρίζουν το δωμάτιό μας, μας σερβίρουν ή οδηγούν το βανάκι μας. Το να ταξιδεύουμε δεν σημαίνει αυτομάτως ότι συναντάμε τον Άλλο.
Και οι selfies; Εδώ η ψυχολογία έχει μια ωραία έννοια: συνειδητή απόλαυση (savoring). Είναι η ικανότητα να προσέχουμε μια θετική εμπειρία, να την απολαμβάνουμε και να παρατείνουμε κάπως τη ζωή της μέσα μας. Δεν βλέπουμε απλώς ένα ηλιοβασίλεμα. Σταματάμε, το παρατηρούμε, συνειδητοποιούμε ότι περνάμε όμορφα. Αργότερα το θυμόμαστε, το αφηγούμαστε και επιστρέφουμε νοερά για λίγο εκεί.
«Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις — να βλέπεις και να μη χορταίνεις — καινούρια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες», γράφει ο Καζαντζάκης στα οδοιπορικά του. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η ψυχολογία περιγράφει κάτι συγγενικό: ένα ταξίδι δεν τελειώνει την ημέρα της επιστροφής. Συνεχίζει στις αναμνήσεις, στις ιστορίες, στις φωτογραφίες — και στην προσμονή.
Ίσως γι' αυτό, ενώ μόλις έχουμε αδειάσει τη βαλίτσα, ανοίγουμε ξανά τον χάρτη. Το «χρειάζομαι διακοπές» γίνεται γρήγορα «πού πάμε μετά;». Δεν αναζητούμε μόνο το επόμενο νησί. Αναζητούμε και εκείνο το μικρό ψυχολογικό προνόμιο να περιμένουμε κάτι όμορφο.
Ραντεβού, λοιπόν, στο πλοίο σε 21 ημέρες.
Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη
Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
@#alexpalli.psychologist






























