Η πρόσφατη ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τους νέους κανόνες που αφορούν προϊόντα συνδεδεμένα με την αποψίλωση αποκάλυψε μια πολιτική πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Οι κανόνες αυτοί είχαν στόχο να σταματήσουν την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων που παράγονται σε εκτάσεις που έχουν αποψιλωθεί, επιβάλλοντας στις επιχειρήσεις να αποδεικνύουν ότι η προέλευσή τους δεν σχετίζεται με καταστροφή δασών. Η εφαρμογή τους είχε οριστεί για το τέλος του 2024, δίνοντας ήδη στις εταιρείες ένα γενναιόδωρο περιθώριο προσαρμογής.
Η απόφαση των κρατών-μελών να προτείνουν νέα καθυστέρηση άλλαξε πλήρως το χρονοδιάγραμμα. Για τις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις προβλέπεται πλέον ένας επιπλέον χρόνος χωρίς ουσιαστική υποχρέωση συμμόρφωσης, ενώ οι μικρότερες θα ακολουθήσουν με ακόμη πιο χαλαρό χρονοδιάγραμμα. Προστέθηκε επίσης μια διαδικασία επανεξέτασης το 2026, η οποία ανοίγει τον δρόμο για νέες υποχωρήσεις. Όλα αυτά όμως δεν είναι απλώς τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτικές επιλογές.
Το καθοριστικό σημείο ήταν η στάση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη επέλεξε να συμπορευθεί με τις δύο ομάδες της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, δηλαδή με τους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθμιστές και την ομάδα Πατριώτες για την Ευρώπη. Οι δύο αυτές ομάδες έχουν δημόσια υιοθετήσει την αποδυνάμωση των περιβαλλοντικών πολιτικών ως στρατηγική επιλογή και αντιτίθενται συστηματικά σε κάθε αυστηροποίηση των κανόνων για την προστασία των δασών και του κλίματος. Χωρίς τη στήριξη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, η καθυστέρηση των κανόνων δεν θα είχε περάσει.
Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι ότι η Ευρώπη κάνει βήμα πίσω σε μια από τις λίγες πολιτικές που είχαν πραγματικό αντίκτυπο στην παγκόσμια αποψίλωση. Για τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο, προϊόντα που ενδέχεται να σχετίζονται με καταστροφή δασών θα συνεχίσουν να εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς τους απαραίτητους ελέγχους. Επιχειρήσεις με διεθνείς αλυσίδες προμήθειας θα συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται χωρίς την υποχρέωση να αποδεικνύουν ότι η παραγωγή τους δεν βασίστηκε στην καταστροφή οικοσυστημάτων που ήδη πιέζονται. Η εικόνα μιας Ευρώπης που ηγείται στην προστασία του περιβάλλοντος υπονομεύεται ουσιαστικά.
Σε αντίθεση με αυτή τη γραμμή, οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες υπερασπίστηκαν την άμεση εφαρμογή των κανόνων, επιμένοντας ότι η προστασία των δασών δεν μπορεί να αναβάλλεται ούτε να υποτάσσεται σε πρόσκαιρες πιέσεις. Η θέση τους δεν πηγάζει από κάποια ιδεολογική ακαμψία αλλά από την καθαρή διαπίστωση ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για πράσινη πρωτοπορία και ταυτόχρονα να καθυστερεί την εφαρμογή των ίδιων των πολιτικών που θεσπίζει.
Το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ότι η πολιτική κατεύθυνση της Ευρώπης αλλάζει. Η μετατόπιση της κεντροδεξιάς προς πιο επιφυλακτικές ή ανοιχτά αρνητικές στάσεις απέναντι στην πράσινη πολιτική δεν περνά πλέον απαρατήρητη. Στην πρόσφατη ψηφοφορία το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα δεν κράτησε τον ρόλο του ισορροπιστή αλλά συμπορεύθηκε με τις δυνάμεις της δεξιάς και της άκρας δεξιάς. Η επιβράδυνση των περιβαλλοντικών κανόνων δεν αποτελεί πια εξαίρεση, αλλά νέο μοτίβο. Και όσο ενισχύονται αυτές οι συμμαχίες, τόσο θα δυσκολεύεται η Ευρώπη να διατηρήσει τον ρόλο της ως παγκόσμιος πρωτοπόρος στην προστασία του περιβάλλοντος.
Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια αλλά σαφές πολιτικό μήνυμα. Και το μήνυμα είναι ότι, τη στιγμή που η κλιματική κρίση απαιτεί θάρρος και συνέπεια, η Ευρώπη επιλέγει να πατήσει φρένο.
(Σάκης Αρναούτογλου, Ευρωβουλευτής ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ)























