Ι. Για τη δικαστική εξουσία, με βαριά την ιστορικότητα των εξαρτήσεών της, έχει διαμορφωθεί εικόνα απέναντι στη κοινωνία δικαιοδοτικής αναξιοπιστίας (73%), άβουλης έως φοβικής προς την πολιτική – κυρίως- αλλά και σε άλλες εξωθεσμικές εξουσίες (οικονομική, Μ.Μ.Ε.), - δεν είναι δε λίγες οι φορές και υποτακτικής σε υποθέσεις μείζονος πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος (οικονομικά ή άλλης μορφής σκάνδαλα, υποθέσεις συμβασιούχων, δανειοληπτών, υποκλοπών κ.λ.π.).
Αυτά σημαίνουν, ότι οι συνταγματικές ή άλλες ρυθμίσεις που ισχύουν, αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές για την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, το δε άρθρο 87 Σ, που ορίζει ότι «οι δικαστές απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία» διατηρεί μεν τη διακηρυκτική έντασή του, δεν διασφαλίζει όμως ανάλογη αξιοπιστία στην απονομή της δικαιοσύνης.
Γι’ αυτό επιβάλλονται «δομικές αλλαγές στο θεσμό της δικαιοσύνης σε μία πρωτοφανούς έκτασης δυσπιστία απέναντί της» (Χρ. Σεβαστίδης), ενόψει και της συνταγματικής αναθεώρησης, ώστε, σε συνδυασμό με αυτές, να αλλάξει συν τω χρόνω και η νοοτροπία – κουλτούρα των δικαστών, οι οποίοι έχουν κύρια ευθύνη, επειδή δεν αξιοποίησαν τη συνταγματική οριοθέτηση της ανεξαρτησίας τους, αλλά και να απαλλαγούν από τη νοσηρή μυθολογία για ανεπηρέαστη δήθεν δικαιοσύνη, για τη συνείδησή τους ως αποκλειστικό προνόμιο ορθής απονομής της κ.α..
Σχετικώς μάλιστα παρατηρείται, ότι το, σημαντικής θεσμοπολιτικής εμβέλειας Σύνταγμα του 1975, σε ό,τι αφορά το δικαστικό σύστημα δεν παρακολούθησε τις ρυθμίσεις των Ευρωπαϊκών Συνταγμάτων, τα οποία ήδη είχαν κατοχυρώσει τη συμμετοχή και εξωδικαστικών, πολιτικών, θεσμικών ή άλλων παραγόντων στα όργανα επιλογής και άσκησης εξουσίας του συστήματος καθώς και τις πολιτικές ελευθερίες για τους δικαστές.
Με δεδομένο μάλιστα, ότι και με τις επόμενες αναθεωρήσεις, ιδίως του 2001, δεν υπήρξαν στον τομέα αυτόν διαφοροποιήσεις, δεν μένει αμφιβολία, ότι η πολιτική εξουσία επέλεξε τη συνέχιση χειραγώγησης του δικαστικού συστήματος με τον ορισμό της ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων και με αυτήν να ελέγχει, μέσω του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου τους, γενικότερα τη λειτουργία του.
Έτσι κρίνεται ως άμεση η ανάγκη εκδημοκρατισμού του δικαστικού συστήματος, με αναφορά και στα Συντάγματα των άλλων κρατών της Ευρώπης:
-Ως προς την εξωτερική ανεξαρτησία πρέπει να αφαιρεθεί η αρμοδιότητα ορισμού της δικαστικής ηγεσίας από το Υπουργικό Συμβούλιο και, έναντι άλλων, δόκιμων προτάσεων, πρέπει επί τέλους να αποκτήσει συνταγματική υπόσταση η παλαιά πρόταση της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και νομικών επιστημόνων (Γ. Κουμάντος κ.α.), ώστε να επιλέγεται η δικαστική ηγεσία από σώμα εκλεκτόρων, από δικαστές, δικηγόρους, καθηγητές νομικών σχολών, εκπροσώπους πολιτικών κομμάτων με εκπροσώπησή τους στη Βουλή ή και εκπροσώπους επαγγελματικών φορέων.
-Ως προς την εσωτερική ανεξαρτησία έχει υποτιμηθεί ο ρόλος του Α.Δ.Σ., ιδίως του Αρείου Πάγου, στην εγκαθίδρυση αυταρχικών και εκφοβιστικών συμπεριφορών σε βάρος δικαστών κατώτερων βαθμίδων, οι οποίες συνδέονται με τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, ελέγχους, προαγωγές τους κ.α., γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξει η σύνθεσή του με τη συμμετοχή προσώπων, όπως παραπάνω αναφέρονται.
Με τις επιλογές των τελευταίων ιδίως – αλλά όχι μόνον –ετών το Α.Δ.Σ., ιδίως του Α.Π., συνέχισε χωρίς καν προσχήματα, να διαμορφώνει σε μεγαλύτερο από άλλοτε βαθμό μία νόθα επετηρίδα με τις προαγωγές δικαστών, με πολιτικά κυρίως ή και φιλικά κριτήρια, παραλείποντας ικανούς και ακέραιους δικαστές, με συνέπεια να αναρριχηθούν έως την ανώτατη βαθμίδα δικαστές μειωμένης ικανότητας και με δηλωμένες τις ρατσιστικές και νεοναζιστικές απόψεις τους, ακόμη και υβριστές της δικαιοσύνης.
Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης, στην οποία το Σύνταγμά μας δεν προβλέπει για την επιλογή της δικαστικής εξουσίας τη συμμετοχή, είτε εξωδικαστικού είτε άλλου θεσμικού παράγοντα, όπως Προέδρου Δημοκρατίας, όπως και στη σύνθεση του Α.Δ.Σ., όταν μάλιστα ακόμη και στην Ουγγαρία τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου επιλέγονται από το Κοινοβούλιο.
-Να αναθεωρηθεί το άρθρο 89 παρ. 5 Σ, κατά την οποία «επιτρέπεται (sic) η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών», διάταξη, η οποία, μεταξύ άλλων, κρύβει τον θεσμικό αναχρονισμό, τον συντηρητισμό αλλά και την υποκρισία, τόσο εκείνων που την ψήφισαν, όσο και των δικαστών, οι οποίοι, ενώ φανερά συνδικαλίζονται – και ορθά-, υποκρίνονται, ότι οι ενώσεις τους δεν είναι συνδικαλιστικές, γι’ αυτό πρέπει το δικαίωμά τους αυτό να ενταχθεί στο Σύνταγμα ως συνδικαλιστικό.
- Συναφής είναι και η ανάγκη κατοχύρωσης του δικαιώματος της απεργίας στους δικαστές, η οποία ρητώς απαγορεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 23 παρ. 2 Σ)- ωστόσο ασκείται από αυτούς (!)-, όταν σε άλλες χώρες της Ευρώπης είναι συνταγματικά ή νομικά κατοχυρωμένη η δυνατότητα να ιδρύουν οι δικαστές συνδικαλιστικές ενώσεις, σε κάποιες δε χώρες με φανερή και την πολιτική απόχρωσή τους, όπως στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία κ.ά. και να ασκούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το δικαίωμα της απεργίας.
- Για τη συμπλήρωση των αναθεωρητέων διατάξεων, που θα συνδράμουν στην απομυθοποίηση της δικαστικής εξουσίας, στην αλλαγή κουλτούρας και την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των λειτουργών της, πρέπει επιτέλους να αναθεωρηθεί το άρθρο 29 παρ. 3 Σ, με το οποίο «απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς» και να προβλεφθεί, όπως ισχύει σε πολλές χώρες της Ευρώπης, το δικαίωμα, είτε υπεράσπισης των πολιτικών απόψεών τους, ως μέλη ή μη κομμάτων, είτε της δυνατότητάς τους ακόμη και να θέτουν υποψηφιότητα σε βουλευτικές ή αυτοδιοικητικές εκλογές, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όπως στη Γερμανία, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία κ.ά.
- Οι δικαστικές ενώσεις οφείλουν να αναλάβουν την ευθύνη τους και να απαλλαγούν από συντηρητικές συμπεριφορές καθωσπρεπισμού και απομάκρυνσης δήθεν από κοινωνικές συναναστροφές και δράσεις, να συμμετάσχουν δε ενεργά, όχι μόνον ως διεκδικητές των μισθολογικών, συνταξιοδοτικών ή εν γένει λειτουργικών αιτημάτων τους, αλλά, σε συνεργασία και με τα αυτοδιοικητικά όργανα των δικαστηρίων, να ενισχύσουν το κύρος του συστήματος, ενισχύοντας έτσι και το δημοκρατικό πολίτευμα, αφού το πρώτο είναι αλληλένδετα δεμένο με το δεύτερο.
(Ο Αντώνης Ρουπακιώτης είναι Δικηγόρος -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την "Εφημερίδα των Συντακτών")































