Σημαντικά στοιχεία για τη διεθνή επενδυτική θέση της Ελλάδας, τα οποία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να απέχει από το να θεωρείται μια πλήρως «κανονική» ευρωπαϊκή οικονομία, περιλαμβάνονται στην Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Τα ευρήματα προκαλούν πρόσθετο προβληματισμό, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων και της κρίσης στη Μέση Ανατολή, που ενδέχεται να επηρεάσει την ενέργεια, το ισοζύγιο πληρωμών και τη συνολική εξωτερική θέση της χώρας.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στο εξωτερικό στο τέλος του 2025 δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να χρωστά πολύ περισσότερα χρήματα στο εξωτερικό από όσα της χρωστούν. Οι καθαρές υποχρεώσεις της Ελλάδας προς το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 13,9 δισ. ευρώ και έφτασαν τα 339,7 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι συνολικά το κράτος, οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά οφείλουν στο εξωτερικό περίπου 340 δισ. ευρώ περισσότερα από τα χρήματα που έχουν επενδύσει οι Έλληνες στο εξωτερικό.
Αυτό το μέγεθος εκφράζεται και ως ποσοστό του ΑΕΠ και ονομάζεται καθαρή διεθνής επενδυτική θέση. Το 2025 διαμορφώθηκε στο -136,8% του ΑΕΠ, από -137,6% το 2024. Δηλαδή, το καθαρό χρέος της χώρας προς το εξωτερικό είναι περίπου 1,37 φορές το ετήσιο ΑΕΠ της χώρας. Για να γίνει πιο κατανοητό, αν η οικονομία παράγει περίπου 250 δισ. ευρώ τον χρόνο, η καθαρή οφειλή προς το εξωτερικό είναι περίπου 340 δισ. ευρώ. Το όριο που θεωρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ασφαλές είναι -35% του ΑΕΠ, πράγμα που σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται περίπου τέσσερις φορές πάνω από αυτό το όριο.
Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος, δηλαδή όλα τα δάνεια που οφείλει η χώρα στο εξωτερικό, έφτασε τα 590,4 δισ. ευρώ το 2025, που αντιστοιχεί στο 237,7% του ΑΕΠ. Δηλαδή, το συνολικό εξωτερικό χρέος της χώρας είναι σχεδόν δυόμισι φορές το ΑΕΠ. Το καθαρό εξωτερικό χρέος, δηλαδή αν αφαιρεθούν τα χρήματα που οφείλουν ξένοι στην Ελλάδα, διαμορφώθηκε στα 286,4 δισ. ευρώ ή στο 115,3% του ΑΕΠ.
Παρότι τα ποσά αυτά αυξήθηκαν, ως ποσοστό του ΑΕΠ εμφανίζονται ελαφρώς μειωμένα, επειδή το 2025 αυξήθηκε σημαντικά το ονομαστικό ΑΕΠ. Δηλαδή η οικονομία μεγάλωσε και έτσι τα χρέη φαίνονται λίγο μικρότερα σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, χωρίς όμως να έχουν μειωθεί πραγματικά.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων της Ελλάδας αφορά δάνεια από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, τα οποία έχουν χαμηλά επιτόκια και πολύ μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής. Αυτό μειώνει τον άμεσο κίνδυνο, γιατί η χώρα δεν χρειάζεται να επιστρέψει αυτά τα χρήματα σύντομα. Ωστόσο, εξακολουθεί να σημαίνει ότι η χώρα είναι πολύ χρεωμένη προς το εξωτερικό.
Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται και οι υποχρεώσεις του ιδιωτικού τομέα προς το εξωτερικό. Αυτό συνέβη επειδή ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις πούλησαν δάνεια και εταιρείες σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια, ενώ αυξήθηκαν και οι ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερα κέρδη, τόκοι και μερίσματα φεύγουν κάθε χρόνο από την Ελλάδα προς το εξωτερικό.
Σε αυτό το σημείο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η ενέργεια και τα καύσιμα. Η Ελλάδα εισάγει περίπου το 70%–75% της ενέργειας που καταναλώνει, κυρίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Όταν αυξάνονται οι τιμές της ενέργειας, όπως συμβαίνει τώρα με την κρίση στη Μέση Ανατολή, η χώρα πρέπει να πληρώνει πολύ περισσότερα χρήματα στο εξωτερικό για εισαγωγές καυσίμων. Για παράδειγμα, αν η Ελλάδα πλήρωνε 10 δισ. ευρώ τον χρόνο για εισαγωγές ενέργειας και λόγω ενεργειακής κρίσης το ποσό αυξηθεί στα 15 ή 18 δισ. ευρώ, τότε επιπλέον 5–8 δισ. ευρώ φεύγουν κάθε χρόνο από τη χώρα προς το εξωτερικό. Αυτό αυξάνει το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τελικά αυξάνει και τις καθαρές υποχρεώσεις της χώρας προς το εξωτερικό.
Συνολικά, το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει και να στέλνει κάθε χρόνο πολλά χρήματα στο εξωτερικό για καύσιμα, τόκους, αγορές προϊόντων και πληρωμές επενδυτών. Όσο αυξάνονται οι τιμές ενέργειας, τόσο αυξάνονται και τα χρήματα που φεύγουν από τη χώρα. Και όσο αυξάνονται οι καθαρές υποχρεώσεις προς το εξωτερικό και η οικονομία γίνεται πιο ευάλωτη σε κρίσεις.






























