Για τους λάτρεις της χέβι μέταλ η ένταση, η επιθετικότητα και τα δυνατά συναισθήματα που τους προκαλεί το συγκεκριμένο είδος μουσικής δεν αποτελούν απλώς κομμάτι της βιωματικής εμπειρίας μιας συναυλίας. Μπορεί, σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα, να συνδέονται και με μεγαλύτερη αντοχή στον πόνο.
Ερευνητές από το Ινστιτούτο Max Planck για τις Ανθρώπινες Γνωστικές και Επιστήμες του Εγκεφάλου στη Λειψία βρέθηκαν το 2023 στο Wacken Open Air, ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ χέβι μέταλ στον κόσμο, προκειμένου να διερευνήσουν αν η πολύωρη έκθεση στη μουσική και η συνολική βιωματική εμπειρία του φεστιβάλ επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το κοινό διαχειρίζεται τον πόνο.
Τα ευρήματά τους δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports.
Στο πείραμα συμμετείχαν συνολικά 122 μεταλλάδες. Οι ερευνητές μέτρησαν αρχικά τον καρδιακό τους ρυθμό και το πώς αυτός αλλάζει, μέσω ηλεκτροκαρδιογραφήματος και στη συνέχεια ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να βυθίσουν το χέρι και τον πήχη τους σε παγωμένο νερό. Το ζητούμενο δεν ήταν να διαπιστωθεί αν οι εθελοντές ένιωθαν λιγότερο πόνο, αλλά για πόσο μπορούσαν να αντέξουν αυτή τη δυσάρεστη αίσθηση.
Οι επιστήμονες κατάφεραν να μετρήσουν την ομάδα ελέγχου από την ίδια ομάδα μεταλλάδων, οι οποίοι είχαν κατακλύσει τον χώρο πριν από την έναρξη των ζωντανών συναυλιών στήνοντας τις σκηνές τους με φίλους. Η έντονη μουσική εμπειρία για αρκετές συνεχόμενες ημέρες στο φεστιβάλ δεν είχε αρνητική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχοντες στη μελέτη βίωναν τον πόνο. Αντίθετα, όσοι άρχισαν να βιώνουν την ένταση της διοργάνωσης μπορούσαν να κρατήσουν το χέρι τους στο παγωμένο νερό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.
Η διαφορά, ωστόσο, δεν φαίνεται να οφείλεται στο ότι ο πόνος ήταν λιγότερο έντονος ή λιγότερο δυσάρεστος. Οι συμμετέχοντες εξακολουθούσαν να αισθάνονται τον πόνο και να τον αξιολογούν ως δυσάρεστο. Αυτό που άλλαζε ήταν η ικανότητά τους να τον υπομένουν. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η εμπειρία του φεστιβάλ ενδέχεται να ενισχύει μια μορφή ψυχικής ανθεκτικότητας, βοηθώντας τους ανθρώπους να αποδέχονται καλύτερα τις δυσάρεστες αισθήσεις και να επικεντρώνονται σε αυτό που μπορούν να ελέγξουν, όπως, εν προκειμένω, το πότε θα αποσύρουν το χέρι τους από το παγωμένο νερό.
Η ερευνήτρια Lydia Schneider, πρώτη συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι το ενδιαφέρον για την έρευνα ξεκίνησε από μια προηγούμενη παρατήρηση στους ασθενείς με χρόνιο πόνο, όπου ο καταπιεσμένος θυμός μπορεί να εντείνει την εμπειρία του πόνου. Το ερώτημα ήταν επομένως αν ένα μουσικό είδος που προκαλεί τόσο έντονα συναισθήματα όπως ο θυμός μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο πόνος. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της μελέτης. Η μουσική δεν χρειάζεται απαραίτητα να προκαλεί χαλάρωση ή ευχάριστα συναισθήματα για να έχει θετική επίδραση.
Δεν είναι απαραίτητο το «καμουφλάζ» των αρνητικών συναισθημάτων
Ο Tom Fritz, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας «Music-Evoked Brain Plasticity» στο Max Planck, επισημαίνει ότι, ειδικά σε περιπτώσεις όπου ο θυμός αποτελεί σημαντικό μέρος της εμπειρίας ενός ανθρώπου, η ακρόαση μουσικής που επιτρέπει την έκφραση αυτού του συναισθήματος μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμη από την προσπάθεια να καλυφθούν τα δυσάρεστα συναισθήματα με χαλαρωτική μουσική.
Η αποδοχή δύσκολων συναισθηματικών καταστάσεων και δυσάρεστων εμπειριών αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθεκτικότητας. Υπό αυτή την έννοια, η χέβι μέταλ μουσική και γενικότερα η «θυμωμένη» μουσική ενδέχεται να λειτουργούν όχι ως μέσο αποφυγής του δυσάρεστου, αλλά ως ένας τρόπος εξοικείωσης με αυτό.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση θα μπορούσε στο μέλλον να έχει ενδιαφέρον και για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου. Αν επιβεβαιωθεί από μεγαλύτερες και πιο ελεγχόμενες μελέτες, η μουσική που επιτρέπει την έκφραση έντονων συναισθημάτων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συμπληρωματικό βοηθητικό εργαλείο για ανθρώπους που βιώνουν πόνο και παράλληλα έντονο θυμό.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, πάντως, είναι προσεκτικοί ως προς την ερμηνεία των ευρημάτων. Η μελέτη δεν μέτρησε άμεσα την ψυχολογική ανθεκτικότητα των συμμετεχόντων με ειδικό εργαλείο· χρησιμοποίησε την ανοχή στον πόνο ως πιθανό δείκτη της.
Παράλληλα, η μεγαλύτερη αντοχή δεν φαίνεται να εξηγείται από περισσότερη χαρά ή ευχάριστα συναισθήματα. Αντίθετα, τα ευρήματα ενισχύουν την υπόθεση ότι η αποδοχή δυσάρεστων συναισθημάτων μπορεί να παίζει σημαντικότερο ρόλο. Μια τέτοια ερμηνεία ταιριάζει και με ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της μεταλ κουλτούρας: την έκφραση θυμού, δυσκολίας και αρνητικών συναισθημάτων χωρίς την ανάγκη να “καμουφλαριστούν” πίσω από θετικά συναισθήματα».
Επιπλέον, η ψυχολογική ανθεκτικότητα δεν είναι η μοναδική πιθανή εξήγηση. Η έντονη σωματική δραστηριότητα, ο ενθουσιασμός, η κοινωνική επαφή και οι βιολογικές αντιδράσεις που συνοδεύουν μια συναυλία ή ένα φεστιβάλ, όπως η έκκριση ενδορφινών ή οξυτοκίνης, θα μπορούσαν επίσης να επηρεάζουν την ανοχή στον πόνο. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί, όμως, δεν μετρήθηκαν στη συγκεκριμένη μελέτη και παραμένουν υποθετικοί.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Το δείγμα προερχόταν από ένα συγκεκριμένο φεστιβάλ, αποτελούνταν κυρίως από άνδρες και κυρίως Γερμανούς συμμετέχοντες, ενώ δεν είναι σαφές αν το ίδιο αποτέλεσμα θα εμφανιζόταν σε άλλα μεταλ φεστιβάλ ή σε ένα διαφορετικό είδος μουσικής.
Επιπλέον, καταγράφηκε και κατανάλωση αλκοόλ που επηρεάζει τη διάθεση, με βάση τις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων. Μια επόμενη μελέτη θα μπορούσε να μετρήσει άμεσα την ψυχολογική ανθεκτικότητα και ταυτόχρονα τους βιολογικούς δείκτες που ενδέχεται να συνδέουν τη μουσική, την κοινωνική εμπειρία και την ανοχή στον πόνο.
Μέχρι τις επόμενες μελέτες πάντως, το μήνυμα από το Wacken είναι μάλλον απλό: οι μεταλλάδες δεν φαίνεται να πονούν λιγότερο, μπορεί όμως να αντέχουν τον πόνο για περισσότερο.






























