Ο μαζικός τάφος γνωστός ως «Εσπλανάδα» που αποτελεί τμήμα του αρχαίου Φαληρικού νεκροταφείου ανακαλύφθηκε το 2016 και περιλάμβανε τα λείψανα 79 νέων και υγιών ενήλικων ανδρών, τοποθετημένων σε τρεις τακτοποιημένες σειρές και θαμμένων με σεβασμό. Η νεκρόπολη του Φαλήρου χρησιμοποιούνταν από τον 8ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. και τα κεραμικά που βρέθηκαν μέσα στον τάφο τον χρονολογούν μεταξύ του 675 και του 650 π.Χ.
Το γεγονός ότι οι άνδρες ήταν θαμμένοι φέροντας μεταλλικά δεσμά στα χέρια τους έκανε από την πρώτη στιγμή το εύρημα ιδιαίτερα ασυνήθιστο και προκάλεσε μια σειρά ερωτημάτων για το ποιοι ήταν, γιατί εκτελέστηκαν και ποιος έδωσε την εντολή για την ταφή τους.
Η Εσπλανάδα έχει συνδεθεί με τις πολιτικές αναταράξεις της Αττικής κατά την Αρχαϊκή περίοδο. Ωστόσο, οι ερμηνείες διαφέρουν σημαντικά. Μια πιθανότητα ήταν ότι επρόκειτο για τους ευγενείς νέους που συμμετείχαν στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Κύλωνα το 632 π.Χ., αλλά οι χρονολογήσεις με ραδιενεργό άνθρακα δεν ταιριάζουν απόλυτα. Μια άλλη πιθανότητα ήταν μια μαζική εκτέλεση εγκληματιών στην αυγή της κρατικής δικαστικής εξουσίας στην Αθήνα, σε μια εποχή κατά την οποία η τιμωρία εγκλημάτων περνούσε από την ατομική εκδίκηση σε πιο οργανωμένους μηχανισμούς κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου.
Άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι το εύρημα αντικατοπτρίζει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, όπου οι θεσμοί δεν είχαν ακόμη την ισχύ που θα αποκτούσαν αργότερα.
Ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα ήταν αν οι άνδρες της Εσπλανάδας συνιστούσαν μια εξωτερική πολιτική ή στρατιωτική δύναμη. Θα μπορούσαν για παράδειγμα, να ήταν ξένοι μαχητές ή άτομα από άλλες περιοχές που βρέθηκαν στην Αττική στο πλαίσιο κάποιας πολιτικής σύγκρουσης;
Τώρα μια νέα σχετική μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα εξετάζοντας όχι τα όπλα, τα αντικείμενα ή τον τρόπο ταφής, αλλά τα ίδια τα δόντια των νεκρών.
Το στρόντιο δείχνει τον δρόμο
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την Julianne R. Stamer από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα στις ΗΠΑ ανέλυσε ισότοπα στροντίου στο σμάλτο των δοντιών των 66 από τους 79 άνδρες της Εσπλανάδας. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, οι επιστήμονες εξέτασαν παράλληλα 97 ακόμη ενήλικες που είχαν ταφεί στη Νεκρόπολη του Φαλήρου. Συνολικά η έρευνα περιέλαβε 163 άτομα.
Το στρόντιο είναι ένα φυσικό στοιχείο που υπάρχει στα πετρώματα και περνά στο έδαφος, στο νερό και στα φυτά. Μέσω της τροφής και του νερού καταλήγει στον ανθρώπινο οργανισμό και, κατά την παιδική ηλικία, ενσωματώνεται στο σμάλτο των δοντιών. Επειδή το σμάλτο διατηρεί αυτό το χημικό αποτύπωμα, οι αρχαιολόγοι μπορούν να το συγκρίνουν με τις γεωλογικές υπογραφές διαφορετικών περιοχών και να εκτιμήσουν σε ποιόν τόπο πέρασε ένα άτομο τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Οι πρώτοι γομφίοι ήταν ιδιαίτερα χρήσιμοι για την έρευνα, καθώς το σμάλτο τους αρχίζει να σχηματίζεται περίπου 30 εβδομάδες μετά τη σύλληψη και συνεχίζει να αναπτύσσεται έως περίπου την ηλικία των 2,8 ετών.
Σε 28 άτομα οι ερευνητές είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν περισσότερα από ένα δόντια, επιτρέποντας τη σύγκριση διαφορετικών περιόδων της ανάπτυξής τους και τον εντοπισμό πιθανών αλλαγών στον τόπο διαμονής τους.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Από τους 66 νεκρούς της Εσπλανάδας που εξετάστηκαν οι 64, δηλαδή περίπου το 96,9%, είχαν τιμές στα ισότοπα συμβατές με την τοπική γεωλογική υπογραφή της Αττικής. Μόλις 2 άτομα (3%) παρουσίασαν ενδείξεις μη τοπικής προέλευσης.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η εικόνα αυτή δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από εκείνη του υπόλοιπου πληθυσμού του νεκροταφείου. Από τους 97 επιπλέον ενήλικες που εξετάστηκαν η συντριπτική πλειονότητα είχε επίσης τοπική υπογραφή ισοτόπων. Συνολικά, οι 156 από τους 163 ανθρώπους της μελέτης (ποσοστό 95,7%), θεωρούνται ντόπιοι σύμφωνα με τα ισότοπα, ενώ μόλις 7 άτομα (περίπου 4,3%) παρουσίασαν ενδείξεις μη τοπικής προέλευσης.
Ομοιότητα με μεγάλη σημασία
Η ομοιότητα ανάμεσα στους νεκρούς της Εσπλανάδας και στον γενικό πληθυσμό του Φαλήρου έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν ο μαζικός τάφος αποτελούσε χώρο ταφής μιας ξένης στρατιωτικής ή πολιτικής δύναμης οι ερευνητές θα εντόπιζαν ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων που είχαν μεγαλώσει σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.
Αντί γι’ αυτό, τα δόντια τους δείχνουν ότι οι περισσότεροι είχαν μεγαλώσει σε ίδιο τόπο σχεδόν με τους άλλους ανθρώπους που θάφτηκαν στο ίδιο νεκροταφείο. Με άλλα λόγια, η βία που υπέστησαν φαίνεται να στράφηκε εναντίον ανθρώπων οι οποίοι δεν διέφεραν σημαντικά από τον υπόλοιπο τοπικό πληθυσμό ως προς την πρώιμη γεωγραφική τους ιστορία.
Το εύρημα ενισχύει επομένως την ερμηνεία ότι η Εσπλανάδα σχετίζεται περισσότερο με εσωτερικές συγκρούσεις στην Αττική παρά με την άφιξη ενός εξωτερικού εχθρού και ότι οι άνθρωποι που βρέθηκαν δεμένοι και θαμμένοι μαζικά αποτέλεσαν θύματα κοινωνικής και πολιτικής βίας μέσα στην ίδια την περιοχή.
Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν εξεταστεί στο πλαίσιο της Αρχαϊκής περιόδου. Την ίδια εποχή ο κόσμος του Αιγαίου γινόταν ολοένα πιο διασυνδεδεμένος μέσω ταξιδιών, εμπορίου και επαφών μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων. Παρά την αυξανόμενη αυτή κινητικότητα, τα δεδομένα από το Φάληρο δείχνουν ότι η μετανάστευση προς την Αττική παρέμενε περιορισμένη.
Η μελέτη, ωστόσο, δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που αφορούν τον μαζικό τάφο. Το αποτύπωμα του ισοτόπου του στροντίου δείχνει κυρίως το πού πέρασε ένα άτομο σημαντικό μέρος των πρώτων χρόνων της ζωής του. Δεν μπορεί να αποκαλύψει από μόνο του αν κάποιος ήταν πολιτικός αντίπαλος, εγκληματίας, επαναστάτης ή μέλος κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, ούτε μπορεί να καθορίσει την ακριβή αιτία του θανάτου του.
Επιπλέον, η ένδειξη «τοπικής» προέλευσης δεν αποτελεί ισοδύναμο ταυτότητας ή υπηκοότητας. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος μεγάλωσε στην Αττική δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ήταν Αθηναίος πολίτης. Θα μπορούσε να ανήκε σε διαφορετική κοινωνική κατηγορία ή να προερχόταν από μια περιοχή με παρόμοια γεωλογική υπογραφή. Η ανάλυση δείχνει επομένως πιθανή γεωγραφική προέλευση και όχι πολιτική ταυτότητα.
Παρά αυτές τις επιφυλάξεις, η νέα έρευνα αλλάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο «διαβάζεται» η Εσπλανάδα, δηλαδή όχι ως ένας τάφος «ξένων» που βρέθηκαν στην Αθήνα, αλλά περισσότερο ως ένα αρχαιολογικό αποτύπωμα μιας σύγκρουσης που εκτυλίχθηκε μέσα σε μια κοινωνία όπου οι περισσότεροι από τους εμπλεκόμενους είχαν κοινό γεωγραφικό υπόβαθρο, και σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία η Αθήνα διαμόρφωνε νέες μορφές εξουσίας, κοινωνικού ελέγχου και τιμωρίας.






























