Με αιχμή το στεγαστικό πρόβλημα και στόχο την αύξηση της προσφοράς κατοικιών αλλά και τη συγκράτηση των τιμών σε μια αγορά που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έντονη πίεση, ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό δέσμη μέτρων την ημέρα ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού. Οι παρεμβάσεις αφορούν ιδιοκτήτες, ενοικιαστές και αγοραστές ακινήτων, φέρνοντας μαζί τους τόσο σημαντικά οφέλη όσο και παγίδες που προβληματίζουν την αγορά.
Η κυβερνητική παρέμβαση, όπως παρουσιάστηκε από τον Πρωθυπουργό Κυριάκος Μητσοτάκης την ημέρα ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού, αναγνωρίζει για πρώτη φορά με σαφήνεια ότι το στεγαστικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από την πλευρά της ζήτησης, αλλά απαιτεί στοχευμένη ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών. Το πρόγραμμα ανακαίνισης παλαιών και κλειστών ακινήτων, με επιδότηση που φτάνει έως το 90% και ανώτατο ποσό τις 36.000 ευρώ, αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για ιδιοκτήτες που μέχρι σήμερα αδυνατούσαν ή δίσταζαν να επενδύσουν σε ακίνητα χαμηλής εμπορικής αξίας.
Η ύπαρξη εισοδηματικών κριτηρίων διευρύνει τη δεξαμενή των δικαιούχων, ενώ το συνολικό κονδύλι των 400 εκατ. ευρώ δημιουργεί προσδοκίες ότι μπορεί να επανενταχθεί στην αγορά σημαντικός αριθμός κατοικιών. Σε συνδυασμό με τη φορολογική ελάφρυνση στα εισοδήματα από μισθώματα – με τη μείωση του συντελεστή για εισοδήματα από 12.001 έως 24.000 ευρώ – ενισχύεται το κίνητρο για δήλωση πραγματικών ενοικίων και μακροχρόνιες μισθώσεις. Όπως επισήμανε στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, τα μέτρα αυτά αφορούν περισσότερους από 160.000 ιδιοκτήτες και στοχεύουν στο άνοιγμα χιλιάδων κλειστών κατοικιών.
Παράλληλα, η επιστροφή ενοικίου και η ειδική πρόβλεψη για εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές και γιατρούς εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά στοχευμένες παρεμβάσεις, που ανακουφίζουν ομάδες εργαζομένων οι οποίες πλήττονται δυσανάλογα από την έλλειψη προσιτής στέγης. Θετικά αξιολογούνται και τα κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις στην προσιτή κατοικία, καθώς και οι πολεοδομικές ρυθμίσεις που διευκολύνουν τη μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κατοικίες, στοιχείο κρίσιμο για τις αστικές περιοχές με περιορισμένο διαθέσιμο χώρο.
Παρά τα θετικά στοιχεία, η αγορά επισημαίνει ότι η επιτυχία των μέτρων δεν είναι δεδομένη. Το πρόγραμμα ανακαινίσεων κινδυνεύει να προσκρούσει στα χρόνια προβλήματα της γραφειοκρατίας και των καθυστερήσεων στις εκταμιεύσεις, που στο παρελθόν έχουν ακυρώσει αντίστοιχες πρωτοβουλίες. Χωρίς σαφές και απλοποιημένο πλαίσιο εφαρμογής, υπάρχει ο κίνδυνος πολλοί ιδιοκτήτες να αποθαρρυνθούν, ειδικά όσοι δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια για να καλύψουν το κόστος μέχρι την καταβολή της επιδότησης.
Επιπλέον, αν και το ανώτατο ποσό ενίσχυσης επαρκεί σε πολλές περιπτώσεις για ανακαίνιση κατοικίας έως 100 τ.μ., δεν καλύπτει πάντα τις αυξημένες δαπάνες σε παλαιά ακίνητα με σοβαρά στατικά ή ενεργειακά προβλήματα. Αυτό περιορίζει τον αριθμό των ακινήτων που μπορούν πράγματι να επιστρέψουν άμεσα στην αγορά.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η κριτική στους νέους περιορισμούς της βραχυχρόνιας μίσθωσης, οι οποίοι επεκτείνονται και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και συνοδεύονται από αυτόματη διαγραφή ακινήτων που μεταβιβάζονται. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων υποστηρίζει ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του στεγαστικού προβλήματος, αλλά περιορίζουν την αξία και την ευελιξία της ιδιωτικής περιουσίας, αποθαρρύνοντας επενδύσεις σε αστικές περιοχές.
Τέλος, η αγορά εκτιμά ότι τα μέτρα, αν και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν επαρκούν από μόνα τους για να ανακόψουν τις πιέσεις στις τιμές και να οδηγούν σε άμεση αύξηση της προσφοράς.





























