Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Εκπαίδευση
Την συμφωνία των κομμάτων της συμπολίτευσης και την διαφωνία της αντιπολίτευσης αλλά και του εκπαιδευτικού κόσμου, συναντά επί της αρχής, το νομοσχέδιο για την σύσταση Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η σημερινή ακρόαση των εκπροσώπων των εμπλεκομένων φορέων, ανέδειξε ως μείζονα ανάμεσα στις άλλες αντιρρήσεις των εκπαιδευτικών φορέων, το ζήτημα της αξιολόγησης σε σχέση με τη βαθμολογική εξέλιξη και τις ενδεχόμενες απολύσεις - με τον υφυπουργό Παιδείας Θ. Παπαθεοδώρου, να δηλώνει πως το υπουργείο του βρίσκεται σε συνεννόηση με το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, προκειμένου να επανεξεταστούν οι ποσοστώσεις στην εξέλιξη των εκπαιδευτικών.
Πράγματι, ο προβληματισμός σε σχέση με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, κινείται σε δύο άξονες: Ο ένας έχει να κάνει με την αξιολόγηση καθαυτή και ο δεύτερος με τους όρους συγκρότησης της Αρχής. Για το δεύτερο, αντιρρήσεις εκφράστηκαν ακόμα και από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, που υποστήριξαν πως η δομή της Αρχής όπως προβλέπεται από το νομοσχέδιο, υπονομεύει την αρχή της ανεξαρτησίας της. «Τα πάντα ξεκινούν και καταλήγουν στον υπουργό» σημείωσε χαρακτηριστικά ο Συμεών Κεδίκογλου (ΠΑΣΟΚ).
Πλέον επίμαχο ωστόσο, καθίσταται το ίδιο το περιεχόμενο της αξιολόγησης: Ο γ.γ. της ΟΛΜΕ, Θεμιστοκλής Κοτσιφάκης, υπογράμμισε πως το ίδιο το νομοσχέδιο εμφανίζεται να εδράζεται στο νόμο 4024 για το ενιαίο βαθμολόγιο του Δημοσίου, με αποτέλεσμα, ακόμα και οι εκπαιδευτικοί που θα βαθμολογηθούν θετικά, να μην είναι βέβαιοι ότι θα προαχθούν βαθμολογικά, καθώς τα ποσοστά των προαγωγών αυτών είναι ήθη θεσμοθετημένα - και ο υπουργός Παιδείας μπορεί μονάχα να τα μειώσει και όχι να τα αυξήσει. Παράλληλα, βάσει του νόμου 3528, ανοίγει ο δρόμος και για άδικες απολύσεις εκπαιδευτικών, «κατόπιν δύο αρνητικών αξιολογήσεων από μονοπρόσωπα όργανα».
«Το αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής, θα είναι να μεταβληθεί το σχολείο σε ζούγκλα, όπου ο ένας εκπαιδευτικός θα ανταγωνίζεται τον άλλο» προέβλεψε ο κος Κοτσιφάκης. Αντίστοιχα, ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Σχολικών Συμβούλων, Ιωάννης Κάππος, επεσήμανε τον κίνδυνο «αντί η αξιολόγηση να είναι μοχλός για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, να γίνει μοχλός ανταγωνισμού, κατηγοριοποίησης και αντεγκλήσεων μεταξύ εκπαιδευτικών, σχολείων και φορέων». Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Σωτήρης Γκλαβάς, ζήτησε με τη σειρά του την αποσύνδεση της αξιολόγησης από τη μισθοδοσία, και τόνισε πως «η επιμόρφωση πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε άλλης πολιτικής εφαρμογής όσον αφορά, την αξιολόγηση στον εκπαιδευτικό χώρο». Για λογαριασμό του Πανελληνίου Επιστημονικού Συλλόγου Ειδικής Αγωγής, ο Λ. Ρατσιάτος διεκτραγώδησε την κατάσταση της ειδικής αγωγής στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας πως η Πολιτεία εξακολουθεί να την αγνοεί και στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ως υποπαράγοντα της γενικής αγωγής.
«Εξεπλάγην αρνητικά» απάντησε ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Σ. Κεδίκογλου. «Πώς μπορούμε να έχουμε το θράσος και να λέμε τόσο ανοιχτά, ότι δεν θέλουμε την αξιολόγηση με διάφορες προφάσεις. Τι κακό υπάρχει στον ανταγωνισμό, στην ευγενή άμιλλα ανάμεσα στα σχολεία;». Από πλευράς της Νέας Δημοκρατίας, η Ελένη Μακρή, κάλεσε την ΟΛΜΕ να υποδείξει τις δικές της προτάσεις για την αξιολόγηση, καθώς «η απόσυρση του νομοσχεδίου είναι εκτός συζήτησης».
«Συζητάμε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και όχι σε ένα θεωρητικό» απάντησε ο γ.γ. της ΟΛΜΕ. «Οι δαπάνες για την Παιδεία το 2016, θα πάνε στο 2,15%. Είμαστε οι τελευταίοι στον κόσμο. Έχουμε πει στην κυβέρνηση, «καταργείστε τον ν. 4024, ή έστω τη σύνδεση της αξιολόγησης με τη μισθοδοσία, και ερχόμαστε να κουβεντιάσουμε». Ακολουθείτε όμως την έκθεση του ΟΟΣΑ, που ζητά σύνδεση των επιδόσεων των μαθητών με την αξιολόγηση του σχολείου και των εκπαιδευτικών. Όλα αυτά τα συνδέουν μεταξύ τους με δείκτες. Η εκπαίδευση όμως δεν είναι δείκτες και νούμερα, αλλά οι ψυχές των ανθρώπων που πάλλονται καθημερινά μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας» ανέφερε μεταξύ άλλων ο κος Κοτσιφάκης. Ο γ.γ. της ΟΛΜΕ, συμφώνησε πάντως, πως όσοι εκπαιδευτικοί έχουν υποπέσει σε «ακραία αδικήματα» δεν έχουν θέση στο σχολείο - ενώ οι «κακοί εκπαιδευτικοί», αξίζουν τιμωρίας ή ακόμη και απόλυσης.
Στην απάντησή του, ο υφυπουργός Παιδείας, Θ. Παπαθεοδώρου, τόνισε πως «η αξιολόγηση έχει να κάνει με την βαθμολογική εξέλιξη και με τον ν. 4024, αλλά από μόνη της δεν είναι τιμωρητική - όχι τουλάχιστον στο σχεδιασμό και την εφαρμογή που κάνει το υπουργείο Παιδείας». Σε κάθε πάντως περίπτωση, «δεν υπάρχει αναφορά στο άρθρο 95 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα (σ.σ. απολύσεις μετά από δύο αρνητικές αξιολογήσεις), γιατί εάν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε δεν θα είχαμε το ειδικό καθεστώς της υπηρεσιακής κατάστασης του εκπαιδευτικού». Ο κος Παπαθεοδώρου, ανέφερε πως το υπουργείο Παιδείας βρίσκεται σε διάλογο με το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, προκειμένου να επανεξεταστούν οι ποσοστώσεις, καθώς «το πολύ μικρό ποσοστό των εκπαιδευτικών που περνά στον τελικό βαθμό, λειτουργεί ως αντικίνητρο».
«Στο νομοσχέδιο αναφέρεται ως παράδειγμα αξιολόγησης η Βρετανία, όπου έχουμε σχολικές μονάδες με χαμηλές επιδόσεις, που στη συνέχεια τιμωρούνται με περικοπές από την κρατική χρηματοδότηση - και διόλου συμπτωματικά, αυτές οι μονάδες βρίσκονται στις οικονομικά και πολιτιστικά υποβαθμισμένες συνοικίες» παρατήρησε ο Τάσος Κουράκης (ΣΥΡΙΖΑ). Από πλευράς των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, η Στ. Ξουλίδου δήλωσε αντίθετη επί της αρχής του νομοσχεδίου, και τάχθηκε υπέρ μιας «ελληνικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, με βάση την ελληνική πραγματικότητα». Το δικαίωμα της Αρχής «να διαπιστεύει φορείς της αλλοδαπής προκειμένου να αξιολογούν τους Έλληνες εκπαιδευτικούς με τα κριτήριά της, αποτελεί παγκόσμια πρωτιά και συνιστά πλήρη χειραγώγηση του εκπαιδευτικού από τα ξένα συμφέροντα». Την εναντίωση της Χρυσής Αυγής στην συμπερίληψη της «αντιμετώπισης των φαινομένων ρατσισμού» ανάμεσα στα κριτήρια αξιολόγησης, εξέφρασε ο Αρτ. Ματθαιόπουλος, υποστηρίζοντας πως «ρατσισμός υπάρχει μόνο εναντίον των Ελλήνων - και θα ήταν προτιμότερο να κάνετε προτεραιότητα την απαγόρευση στους αλλοδαπούς να σηκώνουν την ελληνική σημαία στις παρελάσεις».
«Εάν δεν έχουμε το προεδρικό διάταγμα, στη βάση του οποίου καθορίζονται τα κριτήρια που εισάγονται στο σχέδιο νόμου, δεν έχουμε τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε ποια είναι η βασική φιλοσοφία που διέπει το σύστημα της αξιολόγησης που προκρίνει το υπουργείο Παιδείας» ανέφερε η Μ. Ρεπούση (ΔΗΜΑΡ). Για την Διαμάντω Μανωλάκου (ΚΚΕ), «η αξιολόγηση θα συμβάλει να περάσουν πιο γρήγορα οι αντιδραστικές αλλαγές στην παιδεία: η διαμόρφωση από το κάθε σχολείο, του εκπαιδευτικού του προγράμματος, προκειμένου να αναζητήσει πόρους από την αγορά και να αξιολογηθεί απ' αυτή - και η μεταφορά του κόστους και της ευθύνης της μόρφωσης στις πλάτες της οικογένειας, την στιγμή που το λαϊκό εισόδημα τσακίζεται».























