H Eλληνική Αριστερή Συμπαράταξη, σε ανακοίνωσή της, για την υπόθεση Ντόκου, αναφέρει:
«Ο κος Μητσοτάκης που διαφημίζει τον εαυτό του και τη κυβέρνησή του ως την πλέον αξιόπιστη σε ζητήματα ασφάλειας, δεν έχει ακόμη αντιδράσει στον δημόσιο εξευτελισμό των Ρώσων φαρσέρ στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Μαξίμου.
Ίσως γιατί αν το τριψήφιο χτυπήσει στις τρεις το βράδυ, είναι ο κος Ντόκος που έχει επιφορτιστεί να το σηκώσει, για να μη ξυπνάει χαράματα ο πρωθυπουργός.
Με τέτοια κυβέρνηση έχουμε κάθε λόγο να κοιμόμαστε ασφαλείς. Αν κάποια στιγμή μπορέσουμε να ησυχάσουμε από τα γέλια».
Αντιδράσεις για την υπόθεση Ντόκου
Υπενθυμίζεται ότι σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις και αιτήματα για παραιτήσεις προκαλεί η υπόθεση του γενικού γραμματέα Εθνικής Ασφαλείας, Θάνου Ντόκου, με την αντιπολίτευση να απορρίπτει πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα περί υβριδικής επίθεσης και να κάνει λόγο για «πρωτοφανές φιάσκο» και «διεθνές ρεζιλίκι» που εκθέτει τη χώρα.
Παρά τις κυβερνητικές αναφορές σε επιχείρηση ρωσικής προέλευσης με χρήση προηγμένης τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης και εργαλείων deepfake, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιμένουν ότι το μείζον ζήτημα δεν είναι τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά το γεγονός ότι δύο γνωστοί φαρσέρ κατάφεραν να παρακάμψουν τα φίλτρα ασφαλείας, να αποκτήσουν πρόσβαση στον κορυφαίο αξιωματούχο της Εθνικής Ασφαλείας και να συνομιλήσουν μαζί του επί θεμάτων που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας της χώρας.
«Αν αυτό δεν συνιστά κατάρρευση των πρωτοκόλλων ασφαλείας, τότε τι ακριβώς είναι;» διερωτώνται στελέχη της αντιπολίτευσης, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να καλύψει μια πρωτοφανή αποτυχία πίσω από το επιχείρημα της υβριδικής επίθεσης. Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα εμφανίζεται διεθνώς ως μια χώρα της οποίας η κορυφή του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας μπορεί να πέσει θύμα εξαπάτησης από δύο φαρσέρ, γεγονός που προκαλεί σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία και το κύρος των κρατικών θεσμών.
Στο πλαίσιο αυτό, εντείνονται οι πιέσεις για την ανάληψη πολιτικών ευθυνών, με στελέχη της αντιπολίτευσης να θέτουν ανοιχτά θέμα παραιτήσεων, υποστηρίζοντας ότι σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα ένα τέτοιο περιστατικό θα είχε ήδη οδηγήσει σε άμεσες αποχωρήσεις και σε εξηγήσεις ενώπιον της Βουλής.































