Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν περάσει σε νέα φάση, αρκετά μακριά από το πνεύμα της Διακήρυξης των Αθηνών. Η υποβόσκουσα ένταση υφέρπει εδώ και καιρό, καθώς την περίοδο των «ήρεμων νερών» οι δύο χώρες την αξιοποίησαν περισσότερο για να ενισχυθούν σε διάφορα επίπεδα –ώς έναν βαθμό και η μία απέναντι στην άλλη– παρά για να διεξαγάγουν ουσιαστικές συζητήσεις για ενδεχόμενη διευθέτηση των διμερών διαφορών. Η έλλειψη προόδου και η αδυναμία ή απροθυμία εμπέδωσης μιας θεσμοθετημένης διαδικασίας διαλόγου συνετέλεσαν στην αμοιβαία καχυποψία.
Συνακόλουθα, το χάσμα ανάμεσα στα δύο μέρη άρχισε να διευρύνεται, από τη στιγμή που η Ελλάδα ξεκίνησε να ασκεί δικαιώματά της που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας, με την Τουρκία να θεωρεί ότι οφείλει να απαντήσει σε αυτές τις κινήσεις, ώστε αφενός να καταδείξει ότι οι «γκρίζες ζώνες» είναι υπερασπίσιμες και αφετέρου να διατηρήσει ενεργό το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Hταν επομένως αναμενόμενο ότι η Aγκυρα θα απαντούσε με τη χωροθέτηση των δικών της θαλάσσιων πάρκων, μόνο που βεβιασμένα τα επέκτεινε, ως μη ώφειλε, πέραν των χωρικών της υδάτων.
Πέραν αυτών, η Τουρκία ανησυχεί για τη σύμπηξη μετώπου μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, το οποίο θεωρεί ότι στρέφεται εις βάρος της, ενώ διαπιστώνουμε ότι η αντιπαράθεσή της με το τελευταίο έχει πολλές διαστάσεις και ουρές και δεν είναι μόνο ζήτημα ηγεσιών, ούτε του εκλογικού κύκλου στον οποίο και οι δύο χώρες βρίσκονται. Αυτά που χωρίζουν Τελ Αβίβ και Aγκυρα είναι βαθύτερα και μάλιστα σημαντικό μέρος της πολιτικοστρατιωτικής ελίτ του Ισραήλ βλέπει στο πρόσωπο της Τουρκίας το νέο Ιράν, δηλαδή όχι μόνο μία χώρα ανταγωνιστική, αλλά και απειλητική για την ασφάλειά του.
Η Aγκυρα, αν δεν έχει θορυβηθεί, πάντως παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη συμμετοχή της γαλλικής Meridiam στον GSI· η δε επίσπευση της έκδοσης των δύο πρώτων εθνικών θαλάσσιων πάρκων της συνδέεται χρονικά και με αυτήν την εξέλιξη. Επί του πεδίου, θα διαπιστωθεί αν η γαλλική και η τουρκική πλευρά θα έρθουν σε κάποιου είδους προσυνεννόηση πριν επανεκκινήσουν οι έρευνες βυθού. Το έδαφος δεν είναι πρόσφορο, με πολλά ανοιχτά πολεμικά μέτωπα και αντιπαραθέσεις στην ευρύτερη περιοχή, ώστε να προστεθεί ένα ακόμη. Αλλωστε, η Τουρκία δεν έχει καταφέρει να κλείσει την εκκρεμότητα της επιστροφής της στο πρόγραμμα και στην αγορά των F-35 και λογικά δεν επιθυμεί να προσφέρει επιχειρήματα σε αυτούς που την κατατάσσουν στους απρόβλεπτους εταίρους των Αμερικανών. Από την άλλη, στην αντίληψη του προέδρου Τραμπ, ένας ηγέτης με τον οποίο ταιριάζουν δεν χρειάζεται να είναι αφοσιωμένος στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, ο Ερντογάν, έχοντας εξασφαλισμένη την άμεση πρόσβαση στον Τραμπ, έχει τη δυνατότητα να του παρουσιάζει τη δική του οπτική και να τον πείθει – σχετικά άκοπα. Επομένως, όπως συμβαίνει και στη διαμάχη Τουρκίας - Ισραήλ, όπου ο Αμερικανός πρέσβης στην Aγκυρα επέκρινε δημοσίως τους Ισραηλινούς για την πρόκληση έντασης με τους Τούρκους, είναι κρίσιμο ποιος θα εμφανιστεί ως υπεύθυνος για ενδεχόμενη πυροδότηση της έντασης. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Ερντογάν να παρουσιάσει στον Αμερικανό ομόλογό του την εικόνα ότι η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη να αντιδράσει σε μία ενέργειά μας, γιατί αυτή υπονόμευε τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην περιοχή, όπως τα αντιλαμβάνεται, και πιθανότατα δεν θα χρειαζόταν να μπει σε λεπτομέρειες. Η δική μας πλευρά επί του παρόντος δεν έχει ανάλογα μέσα επηρεασμού.
Προκύπτουν δύο επιπλέον παράγοντες προβληματισμού, αν όχι ανησυχίας. Αφενός, η αντίδραση του Τραμπ στα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών τον προσεχή Νοέμβριο: θα τα αμφισβητήσει, πολώνοντας το κλίμα, προκειμένου να αδρανοποιηθεί περαιτέρω ο ρόλος του Κογκρέσου και να αποκτήσει έτσι ακόμη μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων; Αφετέρου, το Ισραήλ, στο οποίο έχουμε επενδύσει πολλά: εκτός του ότι κινδυνεύει να βυθιστεί σε μια εσωτερική πολιτική κρίση, σήμερα είναι πιο απομονωμένο από ποτέ και χρησιμοποιεί το διπλωματικό του κεφάλαιο για τις δικές του υποθέσεις, οπότε όσο και αν έχει αφιερωθεί στη σχέση του με την Ελλάδα και την Κύπρο, δεν έχει την πολυτέλεια να τις στηρίξει στον βαθμό που το έκανε στο παρελθόν.
Παρά το δυστοπικό περιβάλλον, διατηρούμε δυνατότητες προληπτικής δράσης. Το ευρωπαϊκό χαρτί στην παρούσα φάση έχει μειωμένη αξία. Δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν πρέπει να κινούμαστε ενεργητικά στο παρασκήνιο, αναζητώντας εντός της Ε.Ε. ευήκοα ώτα, καθότι οι απειλές στην ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν προέρχονται αποκλειστικά από τη Ρωσία. Εφόσον η Τουρκία αμφισβητεί και σφετερίζεται ευρωπαϊκή κυριαρχία, οι κυρώσεις πρέπει με κάποιον τρόπο να βρίσκονται στο μενού. Oπως βεβαίως και μια νέα θεσμοθετημένη και όχι συναλλακτική σχέση μεταξύ Ε.Ε. και Aγκυρας, την οποία οφείλουμε να προσδιορίσουμε και να προωθήσουμε, γιατί σχεδόν καμία άλλη χώρα – πλην Κύπρου– δεν ενδιαφέρεται.
Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων νοτίως της Κρήτης και στην περιοχή τμηματικής οριοθέτησης Αοζ/υφαλοκρηπίδας με την Αίγυπτο είναι ένα πρώτο βήμα που ανεβάζει το κόστος των πράξεων της Τουρκίας. Θα έπρεπε να είχε έτσι και αλλιώς γίνει σε ανύποπτο χρόνο. Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθεί σημαντικά η ακτοφυλακή μας, γιατί τα επεισόδια στη θάλασσα με διάφορες αφορμές είναι σχεδόν καθημερινά. Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο απροσπέλαστων συνόρων, τύπου Eβρου 2020, στα όρια των χωρικών μας υδάτων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε πολύ πιο ενεργητική παρουσία στα Βαλκάνια και να «δουλέψουμε» περισσότερο τις σχέσεις μας με τον αραβικό κόσμο και την Ινδία, ώστε να αναπτύξουμε χρήσιμους ρόλους και απτές συνέργειες που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος.
(Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και καθηγητής του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Ελλάδος. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος το βιβλίο «Η νέα παγκόσμια τάξη. Το δίκαιο της ισχύος» - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)



























