Στο χώρο της αριστερής και προοδευτικής αντιπολίτευσης παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Οι διαθέσεις του Αλέξη Τσίπρα έχουν αποδιοργανώσει ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, που ετεροπροσδιορίζονται από τις προθέσεις του πρώην Πρωθυπουργού.
Αρκετοί είναι εκείνοι, που επιμένουν στην λογική των συνεργασιών, κυρίως εντός ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο πια στη ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Το ΠΑΣΟΚ απάντησε στο ζήτημα στο πρόσφατο συνέδριό του εμμένοντας στην «αυτόνομη πορεία» του.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι τωρινή. Αρκετοί λάβαμε πρωτοβουλίες ήδη από τον Φεβρουάριο του 2024 - δύο χρόνια πριν - προκειμένου μέσω της πρόσθεσης δυνάμεων να προκύψουν συνθήκες εκλογικής και πολιτικής συμπόρευσης του ευρύτερου χώρου.
Δυστυχώς, με ευθύνη κυρίως των ηγεσιών των υφιστάμενων κομμάτων η ευκαιρία αυτή χάθηκε. Τίποτε δεν δείχνει, ότι λίγους πια μήνες πριν τις εκλογές (και χωρίς χρόνο για προγραμματική συζήτηση) μπορεί να προκύψει αυτό που δεν προέκυψε με άνεση πολιτικού χρόνου εδώ και τρία χρόνια. Ειδικά, όταν η συζήτηση περί συνεργασιών «αναζωπυρώθηκε» μόλις ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο.
Το ΠΑΣΟΚ εμμένει, ότι είναι εφικτό ότι θα κερδίσει τη ΝΔ «με μια ψήφο διαφορά», η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ βρίσκεται προ διάσπασης κατευθυνόμενη στην ανάγκη ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς και ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει σε μια στρατηγική συνεργασιών, που έχει ήδη καταρρεύσει.
Όλοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη ενότητας και ανασύνθεσης του αριστερού και προοδευτικού χώρου, όμως στην πράξη, κοιτούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Ενότητα όμως, δεν σημαίνει συγκόλληση με το άγχος των εκλογών ή την αγωνία της πολιτικής ύπαρξης σχημάτων που έχουν κλείσει έναν ιστορικό κύκλο.
Ανασύνθεση δεν σημαίνει «οι ίδιοι άνθρωποι, στα ίδια πόστα, κάτω από διαφορετική πολιτική στέγη».
Πρόσθεση δεν υπάρχει μόνο, όταν η νέα πορεία μας περιλαμβάνει σε θέσεις ευθύνης.
Χρειαζόμαστε μια νέα ενότητα που εξασφαλίζεται μέσα από μια καινούργια αριστερή πολιτική πρόταση, που θα συσπειρώνει δυνάμεις στη βάση αξιών, αρχών, προτάσεων και όχι κομματικών κεκτημένων.
Μια νέα ενότητα που θα κοιτά στη συμμετοχή, αλλά κυρίως στην τεράστια αποχή.
Ανασύνθεση σημαίνει, ότι εργαζόμαστε ώστε να προκύψει ένας νέος τόπος συνάντησης των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων με προγραμματική συζήτηση από μηδενική βάση όχι σε κομματικά γραφεία, αλλά στο μαζικό χώρο (νεολαία, συνδικάτα, αυτοδιοίκηση κλπ.) χωρίς προαπαιτούμενα και παρωχημένες επεξεργασίες.
Πρόσθεση πάλι μπορεί να υπάρξει πια στη βάση της κοινωνίας και όχι απαραίτητα στην κορυφή.
Το πρόσφατο 58% της αποχής των Ευρωεκλογών συμβολίζει το τεράστιο υποκειμενικό πολιτικό κενό, είτε μας αρέσει, είτε όχι.
Το 70% των πολιτών στις δημοσκοπήσεις απαντούν, ότι δεν εκφράζονται από τα υφιστάμενα κόμματα. Το να προσπαθείς πια σε ασφυκτικό χρόνο, να ενώσεις την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση, μάλλον θα δε οδηγήσει σε ένα πολιτικό αποτέλεσμα που θα την μεγεθύνει, αφού θα αθροίσει υφιστάμενα προγραμματικά, ιδεολογικά και οργανωτικά προβλήματα.
Συνεπώς, χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική πρόταση που θα ενώνει όχι κόμματα, αλλά απλούς ανθρώπους, στη βάση ενός νέου πολιτικού σχεδίου.
Τα κόμματα προκύπτουν όταν πείθονται οι άνθρωποι. Τα κόμματα υπάρχουν, όταν είναι κοινωνικά χρήσιμα.
Η διαδικασία αυτή είναι ενδιαφέρουσα, δημιουργική αλλά και εξόχως πολιτική. Είναι μια «κίνηση από τα κάτω» στην οποία δεν υπάρχουν προσκεκλημένοι αλλά συνδιαμορφωτές που προσέρχονται να αγωνιστούν, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.
Ο ρόλος των προσώπων είναι κρίσιμος. Χρειάζονται κριτήρια, αξίες, να αξιολογηθούν διαδρομές, να εκτιμηθεί η ανιδιοτελής προσφορά, να ανακαλύψουμε ξανά τις ρίζες μας.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η Αριστερά δεν παράγει «ηγέτες», περσόνες, ήρωες, τιμωρούς, αλλά πολιτικά υποδείγματα που παρακινούν τους απλούς ανθρώπους.
Και ο Αλέξης Τσίπρας…;
Δεν γνωρίζω, αν ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να τα καταφέρει.
Ξέρω όμως, ότι μια νέα ενότητα των μη βολεμένων ανθρώπων μπορεί…
(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Νομικός)































