Η στατιστική δεν είναι απλώς ένας αριθμός,είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει όσα η προπαγάνδα προσπαθεί να κρύψει .Οι αριθμοί δεν έχουν ιδεολογία. Δεν είναι αντιπολίτευση. Δεν συμμετέχουν σε κομματικές αντιπαραθέσεις. Απλώς καταγράφουν την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα λέει ότι, παρά τα κυβερνητικά πανηγύρια, η ελληνική εργασία υποτιμάται περισσότερο από ποτέ.
Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής ευημερίας. Μιλά για επενδυτική βαθμίδα, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πλεονάσματα, διεθνή εμπιστοσύνη και διαρκείς αυξήσεις μισθών. Αν κάποιος άκουγε μόνο τις κυβερνητικές δηλώσεις, θα πίστευε ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μία από τις πιο επιτυχημένες οικονομίες της Ευρώπης.Έρχεται όμως ο ΟΟΣΑ, ένας οργανισμός που κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει «αντιπολιτευόμενο», και χαλάει το αφήγημα.
Τα τελευταία στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται στα 26.563 ευρώ, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP) η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Και όταν συγκρίνονται οι μισθοί με βάση το τι πραγματικά μπορούν να αγοράσουν και όχι μόνο το ονομαστικό τους ύψος, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι πολλών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς το ύψος του μισθού, αλλά η δραματική υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη των αριθμών.Η κυβέρνηση προβάλλει τους ονομαστικούς μισθούς, αλλά αποφεύγει συστηματικά να μιλήσει για το τι μπορούν πραγματικά να αγοράσουν αυτοί οι μισθοί. Γιατί εκεί καταρρέει ολόκληρο το επικοινωνιακό οικοδόμημα. Όταν το ενοίκιο αυξάνεται με διψήφιο ρυθμό, όταν τα τρόφιμα απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και όταν η έμμεση φορολογία ληστεύει κάθε οικογενειακό προϋπολογισμό, η πραγματική ευημερία δεν μετριέται με δελτία Τύπου αλλά με το αν περισσεύουν χρήματα στις 18 του μήνα. Η κυβέρνηση επιλέγει να δείχνει τους ονομαστικούς μισθούς.Οι πολίτες όμως ζουν με τους πραγματικούς.
Για χρόνια ακούσαμε ότι οι θυσίες θα ανταμειφθούν, ότι οι επενδύσεις θα φέρουν καλύτερους μισθούς, ότι η επενδυτική βαθμίδα θα βελτιώσει τη ζωή όλων. Αντί γι' αυτό, η χώρα απέκτησε οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, οι δείκτες των χρηματιστηρίων, τα κέρδη των τραπεζών και τα εταιρικά αποτελέσματα. Από την άλλη, εργαζόμενοι που αμείβονται με ευρωπαϊκές απαιτήσεις και βαλκανική αγοραστική δύναμη.
Το πιο θλιβερό, όμως, δεν είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της κατάταξης. Είναι ότι κάποιοι προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες πως αυτό αποτελεί επιτυχία.Δεν είναι επιτυχία να εργάζεσαι περισσότερο και να αγοράζεις λιγότερα.Δεν είναι επιτυχία να πληρώνεις ενοίκια που θυμίζουν Παρίσι με μισθούς που δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά.Ούτε είναι επιτυχία να σπας κάθε χρόνο ρεκόρ φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ επειδή οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα ακόμη και το ψωμί και το γάλα.Και ασφαλώς δεν είναι επιτυχία μια χώρα της Ευρωζώνης να βλέπει τη Βουλγαρία να την ξεπερνά στην πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθών.
Το ζήτημα είναι πώς μια κυβέρνηση που διαφημίζει διαρκώς την «ισχυρή ανάπτυξη» κατάφερε να οδηγήσει τους εργαζόμενους της χώρας στην τελευταία θέση της Ευρώπης, ως προς αυτό που έχει πραγματική σημασία και όχι πόσα ευρώ γράφει η μισθοδοσία, αλλά πόση ζωή μπορεί να αγοράσει αυτός ο μισθός.
Για χρόνια ακούσαμε ότι η ανταγωνιστικότητα απαιτεί χαμηλούς μισθούς. Ότι πρώτα θα έρθουν οι επενδύσεις και μετά η ευημερία. Ότι πρέπει να κάνουμε υπομονή.Η υπομονή, όμως, κράτησε 10 χρόνια. Και το αποτέλεσμα είναι ότι μια χώρα της Ευρωζώνης εξακολουθεί να έχει εργαζόμενους που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ η ίδια κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις διεθνείς αξιολογήσεις και τις αναβαθμίσεις των οίκων.
Η ειρωνεία είναι προφανής.Οι αγορές εμπιστεύονται την ελληνική οικονομία περισσότερο από όσο την εμπιστεύονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που τη συντηρούν.Η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη οικονομία όταν η εργασία παραμένει φθηνή, η στέγη γίνεται απρόσιτη και οι νέοι εξακολουθούν να αναζητούν καλύτερη ζωή στο εξωτερικό.Η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη δεν θα έρθει όταν αποκτήσουμε άλλη μία επενδυτική αναβάθμιση.Θα έρθει όταν ο μισθός του Έλληνα εργαζόμενου θα επιτρέπει αξιοπρεπή διαβίωση.Όταν ο εργαζόμενος δεν θα χρειάζεται δεύτερη δουλειά για να πληρώσει το ενοίκιο.Όταν η ανάπτυξη θα μετριέται στο τραπέζι του νοικοκυριού και όχι μόνο στους πίνακες του υπουργείου.Μέχρι τότε, κάθε κυβερνητικός πανηγυρισμός ακούγεται σαν πολιτική ειρωνεία.Γιατί οι δείκτες μπορεί να ευημερούν, οι άνθρωποι, όμως, όχι.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και οικονομική αναλύτρια)




























