Breturn by stealth: Κάνουν οι Βρετανοί δεύτερες σκέψεις;
Όπως ήταν προδιαγεγραμμένο μετά τη συντριβή των Εργατικών στις αυτοδιοικητικές εκλογές του περασμένου Μαΐου, ο Κιρ Στάρμερ υπέβαλε την παραίτησή του, εντασσόμενος στην αξιολύπητη χορεία ήδη έξι Βρετανών πρωθυπουργών των οποίων η θητεία έληξε άδοξα, πέφτοντας θύμα της ρευστοποίησης του βρετανικού πολιτικού συστήματος και των αδιεξόδων του μπροστά στα αληθινά προβλήματα της βρετανικής κοινωνίας και οικονομίας. Η πρόκληση για τον Άντι Μπέρναμ, πρώην δήμαρχο του Μάντσεστερ και, όπως όλα δείχνουν, επόμενο ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ, θα είναι να μην αποδειχθεί ο έβδομος αποτυχημένος.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχει αναζωπυρωθεί στη Βρετανία η συζήτηση για το εάν το Brexit ήταν τελικά ένα τεράστιο λάθος και για το εάν η χώρα θα έπρεπε να επιδιώξει την επανένταξή της στην ΕΕ. Το Brexit υπήρξε πράγματι στρατηγικό σφάλμα για το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά όχι για τους λόγους που επικαλούνται συνήθως οι υποστηρικτές του Remain. Δεν ήταν η «απομόνωση» από την ενιαία αγορά ή η απώλεια «ευρωπαϊκής ταυτότητας» το πρόβλημα, όπως δεν θα ήταν λύση η –ταπεινωτική και με τους τιμωρητικούς όρους των Βρυξελλών– επιστροφή στην ΕΕ της φον ντερ Λάιεν και της Κάλας, η οποία ελάχιστα μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο επιτυχίας και ευημερίας. Αν χρειάζονται αποδείξεις περί τούτου οι Βρετανοί, δεν έχουν παρά να στραφούν στη Γαλλία του Μακρόν ή στη Γερμανία του πολιτικά παραπαίοντος Μερτς.
Το πρόβλημα με το Brexit ήταν ότι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες όσων το επέλεξαν – και ούτε θα μπορούσε. Ήταν η απώλεια γεωπολιτικής βαρύτητας, η υποβάθμιση της επιρροής στο παγκόσμιο εμπόριο και η δυσκολία διαχείρισης κοινών προκλήσεων, όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια και η τεχνολογική ανταγωνιστικότητα, προβλημάτων που συνεχίζουν να υπάρχουν. Η ρητορική της Global Britain αποδείχθηκε περισσότερο ευχολόγιο παρά βιώσιμη στρατηγική σε έναν κόσμο όπου οι περιφερειακές συμμαχίες καθορίζουν όχι μόνο το status μιας χώρας αλλά ακόμα και την επιβίωσή της.
Το χειρότερο είναι ότι οι Βρετανοί, όπως προκύπτει από τις εξελίξεις, δεν χρειαζόταν καν να αποχωρήσουν για να «ανακτήσουν τον έλεγχο».
Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ήδη ένα sui generis κράτος-μέλος της ΕΕ απολαμβάνοντας αρκετές εξαιρέσεις, ενώ παράλληλα διατηρούσε τη δυνατότητα να επηρεάζει καίρια την κατεύθυνση της ΕΕ σύμφωνα με τα δικά του συμφέροντα και τη δική του κοσμοθεώρηση, ως μία από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και με την απειλή ενός βέτο. Με την ευρύτερη εφαρμογή διαφοροποιημένων μοντέλων σύνδεσης και συνεργασίας, η ΕΕ μετατρέπεται σταδιακά αλλά σίγουρα σε ένα πολυεπίπεδο οικοδόμημα, όπου η ενιαία δομή one size fits all δεν ισχύει πια. Η ειρωνεία της ιστορίας έγκειται στο ότι πρόκειται, ακριβώς, για το χαλαρό και ευέλικτο μοντέλο που επιθυμούσε το Λονδίνο.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το τελευταίο ετοιμάζεται για μια πλήρη επιστροφή στην ΕΕ. Οι Βρετανοί δεν επιδιώκουν την επανένταξη στους θεσμούς με τους όρους του 2016. Αντίθετα, παρατηρείται ένα Breturn by stealth – μια πρακτική επαναπροσέγγιση μέσω επιλεκτικής συμμετοχής σε ευρωπαϊκά σχήματα συνεργασίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο εξερευνά τρόπους στενότερης σύνδεσης σε τομείς όπως η άμυνα, η έρευνα, η ενέργεια και το εμπόριο, χωρίς να αποδέχεται την υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου ή την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η –όχι απρόσκοπτη– διερεύνηση συμμετοχής σε σχήματα όπως το ReArm Europe ή παρόμοιες πρωτοβουλίες ευρωπαϊκής ασφάλειας. Μέσω διμερών συμφωνιών, συνεργασιών στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή ειδικών προγραμμάτων, το Λονδίνο μπορεί ενδεχομένως να αποκομίσει κάποια από τα οφέλη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χωρίς να υποστεί το πολιτικό –και όχι μόνο– κόστος μιας πλήρους επιστροφής. Αυτή η προσέγγιση αντανακλά μια ρεαλιστική αποτίμηση: το Brexit ήταν λάθος, αλλά η πλήρης επανένταξη θα ήταν εξίσου λανθασμένη, ως άκριτη υποταγή σε ένα μοντέλο που ήδη εξελίσσεται προς μεγαλύτερη ευελιξία.
Οι διαφορετικές βαθμίδες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι εδώ
Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι διαφορετικές βαθμίδες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν αποτελούν πλέον θεωρητική δυνατότητα, αλλά υφιστάμενη πρακτική. Το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ γίνεται προοδευτικά πιο χαλαρό, επιτρέποντας πολλαπλές ταχύτητες και διαφοροποιημένες σχέσεις. Αυτή η εξέλιξη έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πτυχές, καθώς αφενός επιτρέπει πολύ μεγαλύτερους βαθμούς ευελιξίας και επιλογής στα κράτη, αφετέρου συνοδεύεται από την αποδυνάμωση του κλασικού acquis communautaire (κοινοτικό κεκτημένο) και του παραδοσιακού ενωσιακού θεσμικού οικοδομήματος. Από την άλλη πλευρά, το τελευταίο ίσως να αποτελεί το μικρότερο κακό, όπως καταδεικνύει η τραγελαφική περίπτωση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, που ξεκίνησε ως φιλόδοξη απόπειρα θεσμικής αποτύπωσης του συλλογικού γεωπολιτικού αποτυπώματος της Ευρώπης, για να καταντήσει περιττό βάρος και πιόνι στη διελκυστίνδα εξουσίας μεταξύ των (μεγάλων) κρατών-μελών, της Επιτροπής και του Συμβουλίου, με μηδενική προστιθέμενη αξία – στην πραγματικότητα, με σοβαρή ζημία στο παγκόσμιο κύρος της ηπείρου.
Είναι σαφές ότι η Ευρώπη οδεύει –ή μάλλον, βρίσκεται ήδη– σε ένα σχήμα όπου υπάρχουν πλήρη μέλη της ΕΕ, πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, καθώς και συνδεδεμένα μέλη σε διαφορετικές τροχιές, μολονότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται καν από τις Συνθήκες. Εμβληματικά παραδείγματα αποτελούν οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία και την Ουκρανία. Η Τουρκία, παρά τη μακροχρόνια υποψηφιότητα, έχει διαμορφώσει μια σχέση «προνομιακής γειτονίας», που περιλαμβάνει τελωνειακή ένωση, συνεργασία σε θέματα μετανάστευσης και περιορισμένη (προς το παρόν) συμμετοχή σε προγράμματα έρευνας και άμυνας, χωρίς όμως πλήρη ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού δικαίου. Αυτή η σχέση λειτουργεί ως πρότυπο «συνδεδεμένης αυτονομίας», όπου η Άγκυρα απολαμβάνει οικονομικά και στρατηγικά οφέλη χωρίς να αποδέχεται την πολιτική εποπτεία των Βρυξελλών. Παρά δε τις αυταπάτες που ίσως θέλει να διατηρεί η Αθήνα, είναι βέβαιο ότι η εδραίωση της νέας ευρωνατοϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας με τη μερική απαγκίστρωση των ΗΠΑ δεν θα επιτρέψει απλά την ενσωμάτωση της Τουρκίας σε αυτή, αλλά θα την καταστήσει ακρογωνιαίο λίθο και επίκεντρο αυτής, ασφαλώς με τα ανάλογα ανταλλάγματα που θα διεκδικήσουν –και θα λάβουν– οι Τούρκοι.
Παρομοίως, η Ουκρανία λαμβάνει καθεστώς υποψήφιας χώρας και ολική στήριξη από την ΕΕ, αλλά οι πραγματικές δυσκολίες (για να το θέσει κανείς ήπια) της πλήρους ένταξής της στην ΕΕ στο ορατό μέλλον, ακόμα και μετά τη λήξη του πολέμου, δεν διαφεύγουν από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, γεγονός που έχει οδηγήσει σε προτάσεις –της Γερμανίας, κατά κύριο λόγο– για ένα είδος συνδεδεμένης ενσωμάτωσης, με επ’ αόριστον μεταβατικές ρυθμίσεις και εξαιρέσεις (λόγου χάρη, χωρίς δικαιώματα ψήφου και βέτο) που απομακρύνονται από το κλασικό μοντέλο διεύρυνσης. Σημειωτέο ότι και πάλι τίποτε τέτοιο δεν προβλέπεται στις Συνθήκες, αλλά υπονοείται ότι θα επέτρεπε μια light ένταξη της χώρας αυτής, κάτι που, επί του παρόντος, απορρίπτει το Κίεβο, απαιτώντας πλήρη ένταξη και μάλιστα εδώ και τώρα, πλην όμως πιθανότατα θα δει τη «θετική» πλευρά της. Σημειωτέον, επίσης, ότι και στις δύο περιπτώσεις, της Τουρκίας και της Ουκρανίας, η λογική είναι καθαρά γεωστρατηγική, παραβλέποντας όχι μόνο την οικονομική επιβάρυνση, αλλά κυρίως τις αβυσσαλέες ελλείψεις αμφοτέρων κρατών στους τομείς της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της πάταξης της διαφθοράς.
Αυτά τα παραδείγματα καταδεικνύουν ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα μετατρέπεται από μία ομοιογενή ένωση σε ένα σύστημα όχι ομόκεντρων, αλλά επάλληλων κύκλων, στην περιφέρεια του οποίου αναπτύσσονται σχέσεις ειδικής σύνδεσης, εταιρικών σχέσεων και προνομιακών συμφωνιών. Αυτή η χαλάρωση του θεσμικού πλαισίου αυξάνει την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι σε γεωπολιτικές κρίσεις, επιτρέπει τη διαφοροποιημένη σύμπραξη ευρωπαϊκών χωρών με διαφορετικά επίπεδα πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης –αλλά με ένα minimum κοινό αξιακό πλαίσιο δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου– και αποφεύγει την πολιτική παράλυση που προκύπτει από το ξεπερασμένο δίλημμα «εμβάθυνση εναντίον διεύρυνσης».
Εντούτοις, η αναπόφευκτη αποδυνάμωση ενός κοινοτικού κεκτημένου που, εκ των πραγμάτων, δεν ισχύει εξίσου για όλους, οδηγεί σε διαφοροποιήσεις που υπονομεύουν την ισονομία μεταξύ τυπικά κυρίαρχων κρατών-μελών και δημιουργούν κινδύνους «κανονιστικής διαρροής», καθώς οι αποφάσεις μετατοπίζονται προς ad hoc συμμαχίες και διακυβερνητικές διευθετήσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Αυτό ενισχύει την επιρροή των ισχυρότερων κρατών και μειώνει την προστασία των μικρότερων, όχι λιγότερο από τον υδροκεφαλισμό της ενωσιακής γραφειοκρατίας.
Συνολικά, η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση –δυνητικά– αντανακλά την ωρίμανση της Ευρώπης ως γεωπολιτικού δρώντος σε έναν ρευστό κόσμο υπό μετάβαση. Δεν σηματοδοτεί ούτε την κατάρρευση του ευρωπαϊκού οράματος, ούτε την επιστροφή στον παλιό διακρατισμό, αλλά μια ρεαλιστική προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Ωστόσο, ιδίως δεδομένης της προϊούσας ευρωπαϊκής παρακμής και του χαμηλού επιπέδου των ευρωπαϊκών ηγεσιών, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτή η ευελιξία θα οδηγήσει σε μια πιο αποτελεσματική Ευρώπη ή εάν αντίθετα θα επιταχύνει φυγόκεντρες τάσεις με αποτέλεσμα η συλλογική δράση να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
(Ο Γιάννης Γούναρης είναι Δικηγόρος, LLM London School of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ)






























