Αποτελέσματα αναζήτησης

Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012.
ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ
ΠΩΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΩ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

ΠΩΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΩ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Α. ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ Γενικά στοιχεία Η προϋπηρεσία του εργαζομένου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του μισθολογικού κλιμακίου που θα ενταχθεί, με βάση την Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή Υπουργική Απόφαση που καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας του τομέα, κλάδου ή ειδικότητας που ανήκει. Στην προϋπηρεσία περιλαμβάνεται τόσο ο χρόνος της πραγματικής απασχόλησης όσο και ο χρόνος της νόμιμης αναστολής της σύμβασης εργασίας. Για να υπολογιστεί η προϋπηρεσία πρέπει ο εργαζόμενος να προσκομίσει στον εργοδότη του, κατά την πρόσληψή τους είτε μεταγενέστερα, πιστοποιητικό των προηγούμενων εργοδοτών ή ασφαλιστικά βιβλιάρια, ένσημα, μισθολογικές καταστάσεις ή οτιδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.(ΑΠ 638/63, 976/85 306/87, 1053/87, Τμ. Β’). Εφ’ όσον προσκομισθούν τα σχετικά αποδεικτικά - πιστοποιητικά συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία στην αλλοδαπή (ΑΠ 159/80 & 332/90). Ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας γίνεται από την προσκόμιση των πιστοποιητικών και έπειτα, κατά την επικρατέστερη στην νομολογία άποψη (ΑΠ 947/82, 306/87). Το μειωμένο ημερήσιο ωράριο εργασίας δεν λαμβάνεται υπ’ όψη σαν πλήρη ημέρα απασχολήσεως (Γνωμ. Ν.Σ.Κ 793/70). Για να αναγνωρισθεί η μειωμένη απασχόληση σαν προϋπηρεσία για τον καθορισμό των αποδοχών θα πρέπει να αναχθεί πρώτα σε πλήρη. Η υποχρέωσή του εργοδότη για την έκδοση του πιστοποιητικού εργασίας υπάρχει έστω και αν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη για οποιοδήποτε λόγο (Μ.Π.Α. 6130/61). Ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας λαμβάνεται ως προϋπηρεσία μόνο στον εργοδότη που υπηρετούσε ο εργαζόμενος πριν τη στράτευσή του και εφ’ όσον, μετά την αποστράτευσή του συνεχίζεται μαζί του η εργασιακή σχέση. (Εγκ. Υπ. Εργ. 34559/68, ΑΠ 1035/82). Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 609/14-6-62 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., σε περίπτωση στρατεύσεως μισθωτού, ο χρόνος της υπηρεσίας στο στρατό, λογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας, που διανύθηκε στον εργοδότη, στον οποίο υπηρετούσε πριν την πρόσκλησή του με τις εξής προϋποθέσεις: α) ο μισθωτός πριν τη στράτευσή του να είχε υπηρεσία μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, β) να δηλώσει ο μισθωτός, εντός μηνός από την αποστράτευσή του, στον εργοδότη ότι επιθυμεί να απασχοληθεί πάλι σ’ αυτόν και γ) να προσέλθει πράγματι εντός 15 ημερών να αναλάβει υπηρεσία. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη τα ομότιμα ή συναφή καθήκοντα του εργαζόμενου στους προηγούμενους εργοδότες. Ομότιμα καθήκοντα θεωρούνται εκείνα, που είναι του ίδιου βαθμού, της ίδιας αξίας με τα ασκούμενα στο παρόν από το μισθωτό και λόγω αυτής της ταυτότητας έχουν τις ίδιες ηθικές και υλικές απολαβές. Συναφή καθήκοντα είναι τα παρεμφερή, εκείνα που, συγκρινόμενα με τα ασκούμενα από το μισθωτό παρουσιάζουν ικανή ομοιότητα (Εφ. Αθ. 1857/73). Σε περίπτωση απόλυσης εργαζόμενου σαν χρόνος προϋπηρεσίας λογαριάζεται η τελευταία συνεχής κι αδιάκοπη απασχόληση του απολυόμενου στον ίδιο εργοδότη, με σύμβαση αορίστου χρόνου ανεξάρτητα του εάν εργάστηκε με διαφορετικές ειδικότητες σαν εργάτης ή υπάλληλος και η αποζημίωση θα υπολογισθεί με βάση την τελευταία προ της απόλυσης ειδικότητας, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Σε περίπτωση που έχει συναφθεί νέα σύμβαση στον ίδιο εργοδότη, ο χρόνος υπηρεσίας μετράει από τη δεύτερη αυτή χρονική στιγμή, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Σύμφωνα με απόφαση 492/82 Εφετείου Κρήτης "Ως προυπηρεσία μισθωτού εργασθέντος εις τον αυτόν εργοδότην υπό διάφορον ειδικότητα εκείνης την οποία έχει νοείται και η διανυθείσα υπό την διάφορον ειδικότητα" Πιστοποιητικά προϋπηρεσίας Ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει και ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει πιστοποιητικό προϋπηρεσίας στον αιτούντα (άρθρα 678 ΑΚ, 2 Ν. 2112/20, 4 Β.Δ. 16/8.7.20). στο οποίο θα αναφέρεται το είδος και η διάρκεια της παρασχεθείσας εργασίας Χαρακτηρισμούς για το ποιόν της εργασίας και για τη διαγωγή του μισθωτού επιτρέπεται να περιλάβει ο εργοδότης στο πιστοποιητικό προϋπηρεσίας μόνο αν το ζητήσει στην αίτησή του ο εργαζόμενος. Σε περίπτωση πτώχευσης, ο σύνδικος της πτώχευσης εκδίδει το πιστοποιητικό. Αν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, ανώνυμη εταιρεία κ.λ.π., αρμόδιος για την έκδοση του πιστοποιητικού είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος που δεσμεύει το νομικό πρόσωπο. Εάν ο εργοδότης αρνηθεί την έκδοση του πιστοποιητικού ή χορηγήσει ελλιπές πιστοποιητικό ως προς το χρόνο και το είδος της προϋπηρεσίας, ή περιλάβει σ’ αυτό χαρακτηρισμούς που δεν ζητήθηκαν από τον εργαζόμενο, κινδυνεύει να υποστεί συνέπειες της παράνομης πράξης του (Ν. 1545/85). Για το χρόνο υποβολής των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας στο νέο εργοδότη δεν υπάρχει ενιαία ρύθμιση. Ορισμένες ΣΣΕ θέτουν ανατρεπτική προθεσμία για την προσκόμιση των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας και την αναγνώρισή της από τους εργοδότες. Τούτο όμως δεν σημαίνει και έκπτωση των δικαιωμάτων του μισθωτού, εάν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να προσκομίσει τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας εντός της προθεσμίας, εφ’ όσον εγκαίρως γνωστοποιήσει τούτο στον εργοδότη του. Στην περίπτωση εκπρόθεσμης γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας ή μη γνωστοποίησής της κατά την πρόσληψη, τα σχετικά με την προϋπηρεσία δικαιώματα του μισθωτού, δεν χάνονται, απλώς μετατίθενται χρονολογικά στην ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών προϋπηρεσίας. Ποιος χρόνος δεν προσμετρείται στην προϋπηρεσία - Ο χρόνος ασθενείας του μισθωτού, εκτός αν αυτός διατήρησε την αξίωσή του στο μισθό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 657-658 Α.Κ. και Υπ. Εργ. 50529/3399/4-6-69. - Η προϋπηρεσία συνταξιούχου που συνάπτει νέα σύμβαση εργασίας, μετά τη συνταξιοδότησή του, εάν η συγκεκριμένη προϋπηρεσία ελήφθη υπ’ όψη για τη χορήγηση της σύνταξης (Υπ. Εργ. 27389/1744/24-3-69). - Οι άδειες άνευ αποδοχών δεν θεωρούνται ως χρόνος προϋπηρεσίας όταν απαιτείται πραγματική απασχόληση (π.χ. υπολογισμός αποδοχών). Επειδή στην άδεια άνευ αποδοχών δεν καταλύεται η υφιστάμενη σχέση εργασίας, αλλά επέρχεται αναστολή των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, η άδεια άνευ αποδοχών θεωρείται ως προϋπηρεσία για τον καθορισμό κάποιου δικαιώματος που προϋποθέτει διάρκεια εργασιακής σχέσεως (π.χ. υπολογισμός αποζημίωσης απολυόμενου). Β. ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ Άρθρο 15 Ν.3205/2003 Υπηρεσία για μισθολογική εξέλιξη 1. Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. β. Η προϋπηρεσία σε Υπηρεσίες Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντίστοιχες με αυτές του προηγούμενου εδαφίου. γ. Κάθε πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία που υπολογίζεται για τη συμπλήρωση της 35ετίας, ανεξάρτητα από το φορέα που έχει προσφερθεί. δ. Ο χρόνος αποδεδειγμένης υπηρεσίας στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες των πολιτικών προσφύγων, των συζύγων και των τέκνων αυτών, που έχουν επαναπατρισθεί μέχρι την 31.12.1996. ε. Κάθε προϋπηρεσία, που από ισχύουσες διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία στις θέσεις που υπηρετούν. στ. Η προϋπηρεσία που έχει προσφερθεί με την ιδιότητα του μόνιμου, εθελοντή ή ανακαταταγμένου στρατιωτικού στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην Ελληνική Αστυνομία, στο Πυροσβεστικό και Λιμενικό Σώμα, μετά την αφαίρεση του χρόνου που θα υπηρετούσε ο υπάλληλος ως κληρωτός ή έφεδρος, εάν δεν είχε καταταγεί ως στρατιωτικός (μόνιμος, εθελοντής ή ανακαταταγμένος). ζ. Η προϋπηρεσία των εκπαιδευτικών σε σχολεία της Κύπρου και ισότιμα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού, εφόσον δεν έχει χρησιμοποιηθεί για απονομή σύνταξης, καθώς και η προϋπηρεσία τους σε σχολεία της ιδιωτικής εκπαίδευσης. η. Χρόνος μέχρι οκτώ (8) έτη που έχει ληφθεί υπόψη ως προσόν διορισμού υπαλλήλων που υπηρετούσαν κατά την 31.12.1996. θ. Ο χρόνος απεργίας, κανονικής άδειας και διαθεσιμότητας λόγω νόσου. ι Ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. ια. Η ιεροψαλτική προϋπηρεσία με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του Ν. 2320/1995 (ΦΕΚ 133Α).
ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ
Απόφαση για ρύθμιση των οφειλών στον ΟΕΚ

Απόφαση για ρύθμιση των οφειλών στον ΟΕΚ

Απόφαση για ρύθμιση των οφειλών στον ΟΕΚ Έως τις 30 Δεκεμβρίου οι αιτήσεις Με απόφαση του υφυπουργού Εργασίας Γιάννη Κουτσούκου ρυθμίζονται οι διαδικασίες για τη ρύθμιση των οφειλών των δικαιούχων στεγαστικών προγραμμάτων στον ΟΕΚ. Σύμφωνα με την απόφαση, οι αιτήσεις υποβάλλονται έως τις 30-12-2011, στα κατά τόπους γραφεία του ΟΕΚ για οφειλές που προέρχονται από δάνεια χορηγηθέντα μέχρι την δημοσίευση του Νόμου 4019/2011 (ΦΕΚ 216/Α/30-9-2011) αποκλειστικά από το στεγαστικό του κεφάλαιο, για αποπεράτωση, επέκταση, αναμόρφωση, επισκευή, αγορά ή ανέγερση κατοικίας, είτε από παραχώρηση κατοικίας ή αγορασμένου διαμερίσματος και εξυπηρετούνται και παρακολουθούνται από τις Υπηρεσίες του ΟΕΚ. Με βάση την απόφαση οι οφειλές ρυθμίζονται κατά κατηγορία ως εξής: α) Εφόσον μέρος του ποσού ή ολόκληρο το ποσό της οφειλής του δικαιούχου κατέστη ληξιπρόθεσμο κατά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, ο δικαιούχος δύναται να εξοφλήσει το ποσό αυτό, καθώς και τις παντός είδους επιβαρύνσεις, είτε εφάπαξ με ποσοστό έκπτωσης 80% επί των επιβαρύνσεων, είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις με ποσοστό έκπτωσης 50% επί των επιβαρύνσεων. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερος από έξι (6) και μεγαλύτερος από εικοσιτέσσερις (24) και το ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των εκατό (100) ευρώ. Ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Μέχρι του ποσού των 600 Ευρώ η εξόφληση ακολουθεί τη ρύθμιση της εφάπαξ καταβολής, ενώ για ποσά από 600 Ευρώ μέχρι 1.000 Ευρώ αναλογούν έξι (6) δόσεις. Από 1.000 Ευρώ και άνω η αντιστοιχία οφειλής με αριθμό δόσεων διαμορφώνεται όπως προσδιορίζεται στον πίνακα που ακολουθεί: ΟΦΕΙΛΗ (μετά την έκπτωση) ΑΡΙΘΜΟΣ ΔΟΣΕΩΝ από 600 έως 1000 6 έως 1400 7 έως 1800 8 έως 2200 9 έως 2600 10 έως 3000 11 έως 3400 12 έως 3800 13 έως 4200 14 έως 4600 15 έως 5000 16 έως 5400 17 έως 5800 18 έως 6200 19 έως 7000 20 έως 8000 21 έως 9000 22 έως 10.000 23 Μεγαλύτερα ποσά 24 Όλες οι δόσεις είναι ισόποσες εφόσον προκύπτει ακέραιος αριθμός από το λόγο του οφειλόμενου ποσού προς τον αριθμό των δόσεων, διαφορετικά η τελευταία δόση διαφοροποιείται και προσαρμόζεται αναλόγως, ώστε να προκύπτει το οφειλόμενο ποσό. Η υπαγωγή στις ρυθμίσεις της παρούσης γίνεται μετά την έγκριση της σχετικής αίτησης του δικαιούχου. Το έντυπο της αίτησης εκδίδεται μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (Ο.Π.Σ) του Ο.Ε.Κ από την Κεντρική Υπηρεσία και όλες τις Περιφ/κές Υπηρεσίες του Ο.Ε.Κ και περιέχει πληροφορίες για τις οφειλές και τις δυνατότητες ρύθμισής τους. Η καταχώρηση της αίτησης του δικαιούχου στο ΟΠΣ ισοδυναμεί με παροχή έγκρισης και σηματοδοτεί την έναρξη της συμμετοχής στη ρύθμιση. Η έκπτωση για τμηματική καταβολή χορηγείται μετά την τακτική και εμπρόθεσμη καταβολή όλων των δόσεων της ληξιπρόθεσμης οφειλής και το ποσό εκπίπτει από την υποχρέωση καταβολής, εφόσον δεν υπάρχει λόγος έκπτωσης από το δικαίωμα. Μη καταβολή δόσης επιτρέπεται μόνο δύο μη συνεχόμενες φορές και συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής διπλάσιας δόσης τον επόμενο μήνα από τη μη πληρωμή. Η επανάληψη μη καταβολής δόσης για τρίτη φορά ή για δεύτερη συνεχόμενη ή η μη καταβολή της διπλάσιας δόσης, κατά τα ως άνω, συνεπάγεται την έκπτωση από τη ρύθμιση και την αναβίωση της οφειλής στην προ της ρύθμισης κατάσταση, αφού αφαιρεθούν αυτά που έχουν ήδη καταβληθεί. Προϋπόθεση για τη συνέχιση της υπαγωγής στη ρύθμιση της τμηματικής καταβολής της ληξιπρόθεσμης οφειλής αποτελεί επιπλέον η συνεχής και αδιάλειπτη καταβολή των τρεχουσών δόσεων της οφειλής, οι οποίες θα καταβάλλονται στις προβλεπόμενες συμβατικές ημερομηνίες της δανειακής σύμβασης ή του Οριστικού Παραχωρητηρίου. Μη έγκαιρη, ελλείπουσα ή ελλιπής καταβολή των τακτικών δόσεων κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, συνεπάγεται την έκπτωση του δικαιούχου. β) Εφόσον η οφειλή του δικαιούχου είναι ενήμερη κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ρύθμιση ή έχει κατά τα ανωτέρω γίνει ρύθμιση εφάπαξ καταβολής στη ληξιπρόθεσμη οφειλή και υπολείπεται άληκτο κεφάλαιο, ο δικαιούχος δύναται να εξοφλήσει εφάπαξ με ποσοστό έκπτωσης 3% επί της ετήσιας δόσης για το πρώτο έτος προεξόφλησης, αυξανόμενο κατά 3% για κάθε επόμενο έτος προεξόφλησης. Ως ετήσια δόση θεωρείται το ποσό που προκύπτει στο τέλος του έτους, μετά την άθροιση των επιμέρους δόσεων. Τα έτη προεξόφλησης έχουν αφετηρία το μήνα υποβολής της αίτησης και διάρκεια 12 μηνών έκαστο. Το υποκείμενο σε έκπτωση ποσό ενός (1) έτους προεξόφλησης είναι το σύνολο (άθροισμα) των δόσεων άληκτου κεφαλαίου, οι οποίες έχουν συμβατική ημερομηνία καταβολής μέσα στο έτος αυτό. Κατά την εφάπαξ εξόφληση τα καταβαλλόμενα ποσά λογίζονται πρώτα για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και μετά για το άληκτο κεφάλαιο. Η μη καταβολή ή η καταβολή μέρους των προσδιορισμένων ποσών της ρύθμισης συνεπάγεται την έκπτωση του δικαιούχου είτε από τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων είτε από τη ρύθμιση του άληκτου κεφαλαίου είτε και από τις δύο. Οποτεδήποτε προκληθεί έκπτωση του δικαιούχου από την αιτηθείσα και εγκριθείσα συμμετοχή του στις ανωτέρω περιπτώσεις (α) και (β) ακυρώνεται η έγκριση θεωρούμενη ως μηδέποτε δοθείσα. Οι υποχρεώσεις και οφειλές του δικαιούχου, επιβαρυνόμενες με τυχόν τόκους υπερημερίας, υπολογίζονται ως εάν δεν είχε μεσολαβήσει ουδέποτε η ρύθμιση. Τα καταβληθέντα υπό του δικαιούχου ποσά δεν επιστρέφονται, θεωρούμενα και λογιζόμενα ως καταβληθέντα προς εξόφληση των πριν, κατά και μετά το χρόνο της ρύθμισης οφειλών του. Τόσο η εφάπαξ εξόφληση όσο και η πρώτη των προσδιοριζόμενων ίσων μηνιαίων δόσεων πρέπει να καταβληθούν μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία της έγκρισης. Εκάστη των λοιπών μηνιαίων δόσεων θα καταβάλλεται μέσα στον επόμενο μήνα από εκείνον της προηγούμενης καταβολής. Δεν παρέχεται δυνατότητα αλλαγής της αιτηθείσας και εγκριθείσας ρύθμισης μετά την 30/12/2011. Σε περίπτωση αλλαγής υποβάλλεται νέα αίτηση και η προηγηθείσα έγκριση ακυρώνεται θεωρούμενη ως μηδέποτε δοθείσα. Χρόνος υπολογισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των παντός είδους επιβαρύνσεων για υπαγωγή στις προαναφερόμενες ρυθμίσεις ορίζεται ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Οι παντός είδους επιβαρύνσεις περιλαμβάνουν τους τόκους υπερημερίας, τα πρόσθετα τέλη, τις προσαυξήσεις, τις λοιπές επιβαρύνσεις, τα πρόστιμα και τα λοιπά έξοδα. Ο δικαιούχος κατά την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στις ανωτέρω (α) και (β) ρυθμίσεις υποχρεούται να φέρει μαζί του την αστυνομική του ταυτότητα ή διαβατήριο και εξουσιοδότηση σε περίπτωση παρουσίας τρίτου προσώπου, καθώς επίσης και αντίγραφο της δανειακής του σύμβασης ή αντίγραφο του οριστικού παραχωρητηρίου για παραχωρηθείσες κατοικίες και να δηλώνει τον κωδικό πληρωμής του στην Υπηρεσία. Σε περίπτωση αμφισβήτησης των καταχωρηθεισών στο Ο.Π.Σ πληρωμών, θα προσκομίζονται και οι αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής των δόσεων αυτών. γ) Εφόσον ο δικαιούχος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του Ο.Α.Ε.Δ ως άνεργος ή μακροχρόνια άνεργος, επιδοτείται από αυτόν και έχει ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μικρότερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) _ και για όσο χρόνο πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, δύναται να ζητήσει την αναστολή της πληρωμής των μηνιαίων δόσεων του άληκτου κεφαλαίου και την ισόχρονη άτοκη επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής των δόσεων αυτών, με ανώτατο χρονικό όριο αναστολής την 31/12/ 2012. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της αναστολής, οι οφειλές δεν επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας. Αν επιπλέον ο δικαιούχος έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή , μπορεί για το ποσό αυτό να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση της περίπτωσης (α) της παρούσης. Η αναστολή και η επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης της οφειλής, θα γίνεται από τις κατά τόπους αρμόδιες Υπηρεσίες του Ο.Ε.Κ, οι οποίες θα χορηγούν σχετική βεβαίωση στους δικαιούχους. Προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη διάταξη, οι δικαιούχοι κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης, υποχρεούνται να προσκομίζουν τα παρακάτω δικαιολογητικά: 1) Βεβαίωση από τον Ο.Α.Ε.Δ από την οποία να προκύπτει ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ο δικαιούχος είναι άνεργος ή μακροχρόνια άνεργος και επιδοτείται από αυτόν καθώς και το χρονικό διάστημα διάρκειας της επιδότησης. 2) Αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1/1/2010 έως 31/12/2010), όπου θα έχει δηλωθεί το εισόδημα από κάθε πηγή (εισόδημα ημεδαπής προέλευσης και τυχόν εισόδημα αλλοδαπής προέλευσης) του/της δικαιούχου, η διεύθυνση κύριας κατοικίας, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) συζύγου και το εισόδημα συζύγου (αν υφίστανται). Όσοι δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011, θα πρέπει να υποβάλλουν: _ Βεβαίωση από τον εργοδότη ή από τον Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης (π.χ. Ι.Κ.Α) και το Επικουρικό Ταμείο (εάν είναι δικαιούχος), απ_ όπου θα προκύπτει το εισόδημα, εν γένει, για το οικονομικό έτος 2011 τόσο του/της δικαιούχου, όσο και του/της συζύγου (αν υφίσταται). _ Σε περίπτωση που αποκτήθηκε ή μη εισόδημα στην αλλοδαπή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2011, βεβαίωση της αλλοδαπής φορολογικής αρχής για το ύψος του συγκεκριμένου εισοδήματος, νομίμως επικυρωμένη και μεταφρασμένη.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΜΝΗΜΟΝΙΟ 2 ΦΕΚ

ΜΝΗΜΟΝΙΟ 2 ΦΕΚ

ΜΝΗΜΟΝΙΟ 2 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Ν.4046/2012 (ΦΕΚ 28/Α’/14.2.2012) Άρθρο 1 Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης και παροχή εξουσιοδοτήσεων για την υπογραφή τους 1. Εγκρίνονται τα ακόλουθα Σχέδια Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), όπως τα Σχέδια αυτά με τα συνημμένα παραρτήματά τους στην αγγλική γλώσσα, ως επίσημη γλώσσα των κειμένων αυτών, και σε μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα προσαρτώνται στον παρόντα νόμο: α) Το Σχέδιο Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ε.Τ.Χ.Σ., της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΤτΕ, με τίτλο «Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων ΣΙΤ» (“PSI LM Facility Agreement”), μαζί με τα επτά (7) παραρτήματά της, για την παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης μέχρι του συνολικού ποσού των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ, με σκοπό να χρηματοδοτηθεί μέρος της εθελοντικής ανταλλαγής ομολόγων της Ελλάδας με επενδυτές του ιδιωτικού τομέα, κατ’ εφαρμογή της δήλωσης της Συνόδου Κορυφής των κρατών – μελών της Ευρωζώνης της 26ης Οκτωβρίου 2011, όπως ειδικότερα ορίζεται στο Σχέδιο της Σύμβασης (Παράρτημα I). β) Το Σχέδιο Σύμβασης Συγχρηματοδότησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ως επωφελούμενου κράτους – μέλους, της ΤτΕ, του Ε.Τ.Χ.Σ., και της Wilmington Trust (London) Limited, με τίτλο «Σύμβαση Συγχρηματοδότησης» (“Co-Financing Agreement”), με τα τρία (3) παραρτήματά της, με σκοπό να καθοριστούν για την εκτέλεση της Σύμβασης της περίπτωσης α’, το οφειλόμενο ποσό, οι πληρωμές και οι υποχρεώσεις, καθώς και ο τρόπος πληρωμής μέσω κοινού φορέα πληρωμής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο Σχέδιο της Σύμβασης (Παράρτημα ΙΙ). γ) Το Σχέδιο Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ε.Τ.Χ.Σ., της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΤτΕ, με τίτλο «Συμφωνία Διευκόλυνσης Πιστωτικής Ενίσχυσης της ΕΚΤ» (“ECB Credit Enhancement Facility Agreement”), μαζί με τα έξι (6) παραρτήματά της, για την παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης, μέχρι του συνολικού ποσού των τριάντα πέντε δισεκατομμυρίων (35.000.000.000) ευρώ, με σκοπό να παρασχεθεί στην Ελληνική Δημοκρατία η δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την ενδεχόμενη επαναγορά τίτλων της που έχουν παρασχεθεί ως ενέχυρο στο Ευρωσύστημα, με τίτλους του Ε.Τ.Χ.Σ., όπως ειδικότερα ορίζεται στο Σχέδιο της Σύμβασης (Παράρτημα IIΙ). δ) Το Σχέδιο Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ε.Τ.Χ.Σ., της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΤτΕ με τίτλο «Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων» (“Bond Interest Facility”) μαζί με τα έξι (6) παραρτήματά της, σχετικά με την παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης μέχρι του συνολικού ποσού των πέντε δισεκατομμυρίων επτακοσίων εκατομμυρίων (5.700.000.000) ευρώ, με σκοπό την εξυπηρέτηση των δεδουλευμένων τόκων ομολόγων πριν την ανταλλαγή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο Σχέδιο της Σύμβασης (Παράρτημα ΙV). 2. Εγκρίνονται τα Σχέδια: α) Του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum Of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο αποτελείται από: αα) το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), ββ) το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy conditionality) και γγ) το Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding) με τα παραρτήματα και τους πίνακες που το συνοδεύουν στην αγγλική ως επίσημη γλώσσα, και σε μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα, όπως το Σχέδιο του Μνημονίου προσαρτάται στον παρόντα νόμο (Παράρτημα V). β) Των Επιστολών Πρόθεσης (Letters of Intent) του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, καθώς και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς: αα) τον Πρόεδρο των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, τον αρμόδιο Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις και το Ευρώ, και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία θα συνοδεύεται από το Μνημόνιο Συνεννόησης όπως εγκρίνεται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση α’ και ββ) το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η οποία θα συνοδεύεται από το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης, όπως εγκρίνονται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση α’, των οποίων τα Σχέδια στην αγγλική ως επίσημη γλώσσα και σε μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, προσαρτώνται στον παρόντα νόμο (Παράρτημα VI). 3. α) Παρέχεται στον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσουν την Ελληνική Δημοκρατία και να υπογράψουν τα εγκεκριμένα, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 2, Σχέδια των Επιστολών Πρόθεσης με το συνημμένο σε αυτές, εγκεκριμένο σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 2, Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης. β) Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσει την Ελληνική Δημοκρατία και να υπογράψει τα εγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 1, Σχέδια των Συμβάσεων, καθώς και των παραρτημάτων τους όπου προβλέπεται. γ) Παρέχεται στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την Τράπεζα της Ελλάδος και να υπογράφει τα εγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο 1 Σχέδια των Συμβάσεων και τα εγκεκριμένα, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 2, Σχέδια των Επιστολών Πρόθεσης, με το συνημμένο σε αυτές Μνημόνιο Συνεννόησης, καθώς και τις ανά τρίμηνο αναθεωρήσεις του Μνημονίου Συνεννόησης με τις αντίστοιχες Επιστολές Πρόθεσης. δ) Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την Ελληνική Δημοκρατία και να υπογράφει τις ανά τρίμηνο αναθεωρήσεις του Μνημονίου Συνεννόησης της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2, με τις αντίστοιχες Επιστολές Πρόθεσης προς τον Πρόεδρο των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, τον αρμόδιο Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις και το Ευρώ, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Στις ως άνω παρεχόμενες εξουσιοδοτήσεις περιλαμβάνεται και η υπογραφή των Σχεδίων των Συμβάσεων της παραγράφου 1 και των Σχεδίων του Μνημονίου Συνεννόησης της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2, με τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις για την αποκατάσταση λαθών ή τη διευκρίνιση ασαφειών των Σχεδίων. 4. Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την Ελληνική Δημοκρατία και να υπογράψει Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης με το Ε.Τ.Χ.Σ. και την Τράπεζα της Ελλάδος, με την οποία θα παρέχεται χρηματοδοτική ενίσχυση από το Ε.Τ.Χ.Σ., προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών στην Ελλάδα. 5. Η ισχύς των Συμβάσεων των παραγράφων 1 και 4 αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής τους από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ειδικότερα καθορίζονται σε αυτές. Με μέριμνα του Υπουργού Οικονομικών, οι Συμβάσεις των παραγράφων 1 και 4, το Μνημόνιο Συνεννόησης της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2, οι ανά τρίμηνο αναθεωρήσεις του Μνημονίου Συνεννόησης και οι Επιστολές Πρόθεσης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2, καθώς και της προηγούμενης παραγράφου, μετά την υπογραφή τους από όλα τα προβλεπόμενα μέρη, διαβιβάζονται στη Βουλή για ενημέρωση. 6. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε’ «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης» παράγραφος 4.1: «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας» του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Άρθρο 2 Τροποποίηση των νόμων 2198/1994 και 2362/1995 1. Οι υφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2198/1994 (Α’ 43), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την περίπτωση στ’ της παρ. 8 του άρθρου 15 του ν.2469/1997 (Α’ 67), αριθμούνται ως παράγραφος 1 και προστίθεται νέα παράγραφος 2, ως εξής: «2. Σε περίπτωση αναστολής της λειτουργίας του Συστήματος για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 14 συνεχόμενων ημερών, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εκδίδονται ενσώματοι τίτλοι, οι οποίοι παραδίδονται στους φορείς του Συστήματος προς φύλαξη ή προς διάθεση στους δικαιούχους επενδυτές. Οι τίτλοι του προηγούμενου εδαφίου δύνανται να εκδίδονται και υπό μορφή αποθετηρίων εγγράφων. Ειδικά θέματα και λεπτομέρειες σχετικά με τους τίτλους της παρούσας παραγράφου ρυθμίζονται με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.» 2. Το άρθρο 11 του ν.2198/1994 (Α’ 43) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11 Επέκταση Συστήματος – Φορολογικές απαλλαγές 1. Στο Σύστημα δύνανται να εισάγονται και χρηματοπιστωτικά μέσα Ελλήνων ή αλλοδαπών εκδοτών, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο 13 περιπτώσεις β’ και γ’ και στοιχείο 14 του ν.3606/2007. Η εισαγωγή στο Σύστημα των παραπάνω χρηματοπιστωτικών μέσων γίνεται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα της παρούσας παραγράφου. 2. Στο Σύστημα δύνανται επίσης να καταχωρίζονται, υπό μορφή τίτλων σε λογιστική μορφή, και: α) χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο 13 περιπτώσεις β’ και γ’ και στοιχείο 14 του ν.3606/2007, Ελλήνων ή αλλοδαπών εκδοτών, που έχουν εκδοθεί σε υλική ή άυλη μορφή, καθώς και β) δικαιώματα επί των ως άνω χρηματοπιστωτικών μέσων. Η εισαγωγή στο Σύστημα των παραπάνω τίτλων γίνεται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους τίτλους της παρούσας παραγράφου, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος άρθρου. 3. α) Η καταχώριση στο Σύστημα των χρηματοπιστωτικών μέσων της παραγράφου 2 ή και των δικαιωμάτων επ’ αυτών γίνεται: αα) από τον εκδότη των χρηματοπιστωτικών μέσων ή ββ) από i) φορέα του Συστήματος ή ii) άλλο πρόσωπο που παρέχει νόμιμα υπηρεσίες θεματοφύλακα κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 στοιχείο α’ του ν.3606/2007 σε κράτος – μέλος του ΕΟΧ, που κατέχει αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα (οι «υποκείμενες αξίες») σε υλική ή άυλη μορφή μέσω λογαριασμών τίτλων που τηρεί σε Κεντρικό Μητρώο Τίτλων, Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων ή άλλον θεματοφύλακα υπό μορφή πιστωτικού ιδρύματος, ΕΠΕΥ ή άλλου φορέα που αποτελεί αντικείμενο εποπτείας για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής σε κράτος – μέλος του ΕΟΧ (ο «Θεματοφύλακας των υποκείμενων αξιών»). β) Τα ως άνω πρόσωπα, που καταχωρίζουν στο Σύστημα χρηματοπιστωτικά μέσα ή δικαιώματα επ’ αυτών κατά τα ανωτέρω, αποτελούν τους εκδότες των τίτλων σε λογιστική μορφή του Συστήματος. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 2 επ. εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αα’ του στοιχείου α’ της παραγράφου 3. 5. Κατά την έκδοση των καταχωριζόμενων στο Σύστημα, σε λογιστική μορφή, τίτλων, της περίπτωσης ββ’ του στοιχείου α’ της παραγράφου 3, καθορίζεται εάν η καταβολή των ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίων των υποκείμενων αξιών, θα γίνεται: α) από τον εκδότη των τίτλων που εκδίδονται στο Σύστημα ή β) απ’ ευθείας από τον Θεματοφύλακα των υποκείμενων αξιών, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, ως διαχειρίστριας του Συστήματος, στους οικείους λογαριασμούς των φορέων του Συστήματος στους οποίους είναι καταχωρισμένοι οι τίτλοι σε λογιστική μορφή που αντιστοιχούν στις υποκείμενες αξίες. Με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 2 επ.. 6. Ο κατά περίπτωση υπόχρεος για την καταβολή σύμφωνα με την παράγραφο 5 αποδίδει στους οικείους λογαριασμούς του κάθε φορέα του Συστήματος τους τόκους και το κεφάλαιο των οφειλόμενων τίτλων. Η κατά τα ανωτέρω καταβολή επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, του εκδότη των τίτλων σε λογιστική μορφή, του Θεματοφύλακα των υποκείμενων αξιών και του εκδότη των υποκείμενων αξιών έναντι των δικαιούχων των τίτλων. 7. Δικαιούχοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από τους τίτλους που καταχωρίζονται και παρακολουθούνται από το Σύστημα κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 επ. του παρόντος άρθρου, έναντι του εκδότη τους ή, κατά περίπτωση, του εκδότη των υποκείμενων αξιών, καθώς και ως προς τον Θεματοφύλακα των υποκείμενων αξιών και κάθε τρίτο είναι οι δικαιούχοι των λογαριασμών των φορέων που τηρούνται στο Σύστημα κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 – 8 και του παρόντος. Προκειμένου περί λογαριασμών επενδυτών, δικαιούχοι είναι οι επενδυτές, κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων των άρθρων 6 – 8 του παρόντος νόμου, του άρθρου 68 παρ. 3 του ν.3601/2007 (Α’ 178), καθώς και του άρθρου 23 παρ. 4 και του άρθρου 12 παράγραφοι 10-11 του ν.3606/2007 (Α’ 195). 8. Με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου του, στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα του Συστήματος, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του. Προκειμένου περί τίτλων της περίπτωσης αα’ του στοιχείου α’ της παραγράφου 3, εάν ο εκδότης του τίτλου δεν έχει εκπληρώσει τις κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 8 υποχρεώσεις του, οι δικαιούχοι των τίτλων, φορείς του Συστήματος και επενδυτές, έχουν αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του εκδότη του τίτλου. Προκειμένου περί τίτλων της περίπτωσης ββ’ του στοιχείου α’ της παραγράφου 3, οι φορείς του Συστήματος και, κατά περίπτωση, οι επενδυτές, έχουν αξίωση στρεφόμενη μόνο κατά του εκδότη της υποκείμενης αξίας ή, κατά περίπτωση, του Θεματοφύλακα των υποκείμενων αξιών, εφόσον ο εκδότης της υποκείμενης αξίας δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ή ο Θεματοφύλακας των υποκείμενων αξιών δεν αποδίδει τα προσηκόντως καταβληθέντα σε αυτόν από τον εκδότη κεφάλαια ή τόκους, αντιστοίχως, προς πληρωμή των δικαιούχων των υποκείμενων αξιών. 9. α) Εάν ο εκδότης των υποκείμενων αξιών δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για καταβολή των ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίων, δεν ευθύνονται έναντι των φορέων ή των επενδυτών ο εκδότης των τίτλων σε λογιστική μορφή, ο Θεματοφύλακας των υποκείμενων αξιών ή η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο εκδότης των τίτλων σε λογιστική μορφή, καθώς και, κατά περίπτωση, οι οικείοι φορείς του Συστήματος και οι επενδυτές έχουν ευθεία αξίωση κατά του εκδότη των υποκείμενων αξιών. Ο εκδότης των τίτλων σε λογιστική μορφή ασκεί τις αξιώσεις ή συνδράμει στην άσκηση των αξιώσεων επί και εκ των υποκείμενων αξιών για λογαριασμό των εκάστοτε τελικών δικαιούχων. β) Εάν ο Θεματοφύλακας των υποκείμενων αξιών δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς καταβολή στον εκδότη των τίτλων σε λογιστική μορφή των κεφαλαίων και τόκων, που αποδόθηκαν σε αυτόν από τον εκδότη των υποκείμενων αξιών, προς πληρωμή των δικαιούχων τους, ο εκδότης των τίτλων σε λογιστική μορφή, καθώς και οι οικείοι φορείς του Συστήματος και οι επενδυτές έχουν ευθεία αξίωση κατά του Θεματοφύλακα των υποκείμενων αξιών, εφαρμοζομένου και του τελευταίου εδαφίου του στοιχείου α’ της παρούσας παραγράφου. Δεν ευθύνονται έναντι των φορέων του Συστήματος ή των επενδυτών ο εκδότης των υποκείμενων αξιών, ο εκδότης των τίτλων σε λογιστική μορφή ή η Τράπεζα της Ελλάδος. γ) Επιφυλασσομένων των ανωτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 2 επ.. 10. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να τηρεί λογαριασμούς τίτλων σε Κεντρικό Μητρώο Τίτλων ή Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων για χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο 13 περιπτώσεις β’ και γ’ και στοιχείο 14 του ν.3606/2007, ελλήνων ή αλλοδαπών εκδοτών, που έχουν εκδοθεί σε υλική ή άυλη μορφή ή δικαιώματα επ’ αυτών. Ως προς τους τίτλους αυτούς δύναται: αα) να εκδίδει στο Σύστημα σε λογιστική μορφή τίτλους που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα στα εν λόγω υποκείμενα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τα δικαιώματα επ’ αυτών κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή ββ) να καταχωρίζει τα δικαιώματα εξ αυτών με λογιστικές εγγραφές στους λογαριασμούς τίτλων που τηρεί κατ’ ανάλογο εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου. β) Οι διατάξεις του παρόντος νόμου για την τήρηση και μεταβίβαση τίτλων στο Σύστημα, περιλαμβανομένων των διατάξεων για τα δικαιώματα, τις αξιώσεις και την προστασία των δικαιούχων των τίτλων, φορέων και επενδυτών, εφαρμόζονται και ως προς τους τίτλους της περίπτωσης αα’ του στοιχείου α’, καθώς και ως προς τα δικαιώματα της περίπτωσης ββ’ του στοιχείου α’. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης υποχρεώσεων: αα) εκδότη υποκείμενων χρηματοπιστωτικών μέσων που η Τράπεζα της Ελλάδος κατέχει μέσω λογαριασμού σε Κεντρικό Μητρώο Τίτλων ή σε Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων ή ββ) Κεντρικού Μητρώου Τίτλων και Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων, ως προς τα υποκείμενα χρηματοπιστωτικά μέσα που η Τράπεζα της Ελλάδος κατέχει μέσω αυτών, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει κάθε εύλογο πρόσφορο μέτρο για την προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων των δικαιούχων των υποκείμενων αξιών, όπως αυτοί προκύπτουν από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της, σύμφωνα με τις οδηγίες που λαμβάνει από αυτούς, όπως δύναται να προσδιορίζεται με Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. γ) Ως προς τους τίτλους και τα δικαιώματα επί χρηματοπιστωτικών μέσων της παρούσας παραγράφου, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων επί των υποκείμενων αξιών εφόσον εφαρμόζεται Ελληνικό Δίκαιο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 12 του ν.3606/2007, του άρθρου 57Α τέταρτη παράγραφος του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της παραγράφου 3 του άρθρου 68 του ν.3601/2007. 11. Ειδικά θέματα του παρόντος άρθρου, ενδεικτικώς ως προς τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των φορέων και, εν γένει, ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τους τίτλους του παρόντος άρθρου, και λεπτομέρειες επεκτάσεως του Συστήματος ως προς τις κατηγορίες των τίτλων που θα εγγράφονται σε λογαριασμούς του Συστήματος κατά το παρόν άρθρο, δύνανται να ρυθμίζονται με Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 12. Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, νοείται και πράξη του νομίμως υπ’ αυτού εξουσιοδοτημένου οργάνου. 13. Απαλλάσσεται των τελών χαρτοσήμου η εξόφληση των τόκων των κατά τον παρόντα νόμο εκδιδόμενων δανείων του Δημοσίου. Ομοίως απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου οι ομολογιακοί τίτλοι ή ομόλογα με ρήτρα συναλλάγματος ή άλλη ρήτρα, καθώς και η μεταβίβασή τους και η ενεχυρίασή τους.» 3. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν.2198/1994 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι του εκδότη των τίτλων.» 4. Σε περίπτωση ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ουδεμία μεταβολή επέρχεται στους λογαριασμούς τίτλων που τηρούνται στο Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων σε Λογιστική Μορφή που διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος (το Σύστημα), όσον αφορά τους επιλέξιμους τίτλους, μετά το πέρας της ημέρας κατά την οποία δημοσιεύεται η σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για έγκριση της απόφασης των Ομολογιούχων. Εντολές μεταβίβασης, ως προς τους επιλέξιμους τίτλους που πρόκειται να ανταλλαγούν, οι οποίες έχουν εισαχθεί στο Σύστημα και δεν έχουν εκτελεστεί μέχρι το πέρας της ημέρας δημοσίευσης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν ισχύουν πλέον ως προς το Σύστημα και τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν διμερώς για την εκκαθάριση και το διακανονισμό των μεταξύ τους απαιτήσεων και υποχρεώσεων. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. 5. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 64 του ν.2362/1995, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 38 του ν.3871/2010 (Α’ 141), μετά την περίπτωση η’ προστίθεται περίπτωση θ’ ως εξής: «θ) προσδιορίζονται οι δαπάνες και τα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού που δημιουργούνται χωρίς ταμειακή ροή και καθορίζονται οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά για την εμφάνιση στα έσοδα και τα έξοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού.» 6. Η παρ. 5 του άρθρου 64 του ν.2362/1995, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 38 του ν.3871/2010 (Α’ 141), αναδιατυπώνεται ως ακολούθως: «5. Με τις αποφάσεις αυτές μπορεί να ορίζεται η πραγματοποίηση των ανωτέρω δαπανών και εσόδων της παραγράφου 4, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος νόμου.» 7. Στο άρθρο 15 του ν.2362/1995 (A’ 247), όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 17 του ν.3871/2010 (A’ 141), προστίθεται νέα παράγραφος 11, ως εξής: «11. Για δαπάνες χρεολυσίων που αφορούν αγορά χρέους λήξης μελλοντικών ετών και εξόφλησης βραχυπρόθεσμου δανεισμού, οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται και αναλαμβάνονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό κατά το χρόνο πραγματοποίησης των δαπανών αυτών και δεν απαιτείται για την κατηγορία αυτή ψήφιση συμπληρωματικού προϋπολογισμού.» 8. Δαπάνες και έσοδα, με ή χωρίς ταμειακή ροή, που δημιουργούνται στο πλαίσιο και κατά την υλοποίηση αποφάσεων της συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Οκτωβρίου 2011 για την αναδιάταξη του ελληνικού δημόσιου χρέους και την παροχή χρηματοδοτικών διευκολύνσεων προς την Ελλάδα, ή αντίστοιχων μεταγενέστερων αποφάσεων Συνόδων Κορυφής, καθώς και την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με ομόλογα νέας έκδοσης, τακτοποιούνται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Δημόσιου Λογιστικού. Οι ειδικότερες διαδικασίες και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου καθορίζονται με σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στα πλαίσια εφαρμογής των ανωτέρω προγραμμάτων και για την ολοκλήρωσή τους, μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα του εσωτερικού ή εξωτερικού, να προβαίνει ενεργώντας για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια η διαδικασία κρίνεται αναγκαία για την εκτέλεση του προγράμματος, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης. Άρθρο 3 Ρυθμίσεις θεμάτων φορολόγησης ομολόγων και συμπλήρωση διατάξεων των νόμων 3863/2010 και 2469/1997 1. Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το ν.2238/1994 (A’ 151), προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: «Η ανταλλαγή ομολόγων από τον αρχικό κάτοχό τους με άλλους τίτλους, κατ’ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, θεωρείται διακράτηση μέχρι την ημερομηνία λήξης των αρχικών ομολόγων για την απαλλαγή που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.» 2. Στο άρθρο 12 του ΚΦΕ, που κυρώθηκε με το ν.2238/1994 (A’ 151), προστίθεται νέα παράγραφος 14 ως ακολούθως: «14. Οι τόκοι που προκύπτουν από ομόλογα που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), κατ’ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους τόκους που προκύπτουν από ομόλογα που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο στην Ελλάδα. Για τους τόκους που προκύπτουν από τα ομόλογα αυτά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 11.» 3. Στο τέλος της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ΚΦΕ, που κυρώθηκε με το ν.2238/1994 (A’ 151), προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Ως παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα νοούνται και τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, η απόδοση των οποίων συνδέεται με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ρήτρες ΑΕΠ).» 4. To πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 38 του ΚΦΕ, που κυρώθηκε με το ν.2238/1994 (A’ 151), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «7. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αποκτούν ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεοι που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 και οι οποίοι τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων από συναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα των υποπεριπτώσεων γγ’ έως ζζ’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2396/1996 (A’ 73) και της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν.3371/2005 (A’ 178) ή από συναλλαγές σε προϊόντα του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ΚΦΕ, που διαπραγματεύονται στην αγορά παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο παραγώγων ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.» 5.α) Στο άρθρο 105 του ΚΦΕ, οι παράγραφοι που προστέθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.3301/2004 (A’ 263) ως παράγραφοι 15 και 16 αναριθμούνται σε 16 και 17 αντίστοιχα. β) Στο άρθρο 105 του ΚΦΕ, οι παράγραφοι 13, 14, 15, 16 και 17, όπως αναριθμήθηκαν με την προηγούμενη περίπτωση, αναριθμούνται σε 14, 15, 16, 17 και 18 αντίστοιχα και προστίθεται νέα παράγραφος 13 που έχει ως εξής: «13. H χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων, κατ’ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει σε ίσες δόσεις από τα ακαθάριστα έσοδα των διαχειριστικών περιόδων που μεσολαβούν μέχρι τη λήξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που δόθηκαν σε ανταλλαγή, αρχής γενομένης από αυτή μέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από το χρόνο διακράτησής τους.» 6. To πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 και μετά των τραπεζών, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λειτουργούν στην Ελλάδα, κατά το μέρος που οφείλεται σε φόρο που έχει παρακρατηθεί επί τόκων ομολόγων ή εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου και ομολόγων ημεδαπών επιχειρήσεων, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου συμψηφίζεται με το φόρο εισοδήματος διαδοχικώς στα πέντε (5) επόμενα οικονομικά έτη από τη δημιουργία του πιστωτικού υπολοίπου, κατά το υπόλοιπο που απομένει κάθε φορά. 7. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του ν.3863/2010 (A’ 115) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Η απόφαση συμμετοχής ή μη των Φ.Κ.Α. σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου που βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιό τους με νέους τίτλους, κατ’ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου του Φ.Κ.Α., τα μέλη του οποίου, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη.» 8. Στο τέλος της υποπαραγράφου γ’ της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν.2469/1997 (A’ 38) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η απόφαση συμμετοχής ή μη του K.K. Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστή του K.K., η οποία, καθώς και τα στελέχη της, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη.» 9. H απόφαση συμμετοχής ή μη, ημεδαπών εταιρειών και λοιπών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, καθώς και ημεδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, ή άλλης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, κατ’ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στο διοικητικό τους συμβούλιο και εάν δεν προβλέπεται από το νόμο ή τις οικείες καταστατικές διατάξεις τέτοιο, από το ανώτατο συλλογικό όργανο διοικήσεώς τους, κατά παρέκκλιση από τυχόν αντίθετη διάταξη νόμου ή καταστατικού. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή του συλλογικού οργάνου διοίκησης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμιά ευθύνη ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη. Άρθρο 4 Σύσταση «Ταμείου Στήριξης Ασφαλιστικού Συστήματος Α.Ε.» 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συστήνεται ανώνυμη εταιρεία αποκλειστικού σκοπού με την επωνυμία «Ταμείο Στήριξης Ασφαλιστικού Συστήματος Α.Ε.» (Ταμείο) και καταρτίζεται το καταστατικό της. Τo Ταμείο έχει αποκλειστικό σκοπό την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία μεταβιβάζονται και περιέρχονται στο Ταμείο χωρίς αντάλλαγμα, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Τo προϊόν της αξιοποίησης των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την οικονομική στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο καταστατικό του. Τo Ταμείο λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920 (Α’ 37), όπως ισχύει κάθε φορά, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 2. Με την απόφαση της παραγράφου 1, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδιορίζεται ειδικότερα ο σκοπός του Ταμείου και καθορίζονται τα θέματα που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται σε αυτό, τα έσοδα και τη διάθεσή τους και εγκρίνεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 2 του κ.ν.2190/1920 καταστατικό του Ταμείου, με το οποίο ρυθμίζονται όλα τα θέματα που προβλέπονται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία. Τo καταστατικό μπορεί να τροποποιείται και να κωδικοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ταμείου, που εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με το καταστατικό ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την έδρα, το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, την έκδοση των μετοχών, τα δικαιώματα των μετόχων, τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου, τις αρμοδιότητες του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου, τους πόρους του Ταμείου, τους ελεγκτές, την εταιρική χρήση, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τη λύση και την εκκαθάριση της εταιρείας, την πρώτη εταιρική χρήση, το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, τους πρώτους, τακτικό και αναπληρωματικό, ελεγκτές και κάθε άλλο σχετικό θέμα που προβλέπεται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία. 3. O εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας του Ταμείου, με τον οποίο καθορίζονται η διάρθρωση του Ταμείου, οι θέσεις προσωπικού, τα αναγκαία προσόντα για την πρόσληψη στη θέση, οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, ανάλογα με τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα και τα καθήκοντα που ασκεί, και ο πειθαρχικός έλεγχος του προσωπικού καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Με κανονισμό που καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες ανάθεσης μελετών και υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών, αγορών ακινήτων, μισθώσεων, εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων χρήσης και κάθε άλλου ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων. 5. Μέχρι την έγκριση των κανονισμών που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, τα σχετικά θέματα διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις, επιφυλασσομένων των διατάξεων για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Άρθρο 5 Έναρξη ισχύος Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
ΧΡΗΣΙΜΑ
Σελίδα 38 από 38
ΑΠΟΡΡΗΤΟ