Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είναι δυσαρεστημένοι με το πολιτικό σύστημα που κυβερνά τις ζωές τους. Θεωρούν ότι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους. Θέλουν πολιτική αλλαγή. Αλλά δεν πιστεύουν ότι μια τέτοια αλλαγή μπορεί να συμβεί. Φοβούνται ότι είναι ανέφικτη. Αυτό ήταν το κεντρικό συμπέρασμα μιας μεγάλης διεθνούς έρευνας του οργανισμού Pew Research center, πριν μερικούς μήνες, σε 25 χώρες του κόσμου, ανάμεσά τους και την Ελλάδα.
Η Ελλάδα, στην έρευνα αυτή, ξεχώριζε ως η πιο ακραία περίπτωση. Το ποσοστό των Ελληνίδων και των Ελλήνων που πιστεύουν ότι το πολιτικό σύστημα χρειάζεται μεγάλη έως και ριζική αλλαγή, είναι ανάμεσα στα τρία υψηλότερα μεταξύ των 25 χωρών. Μόλις 17% των συμπολιτών θεωρούν ότι το σύστημα δεν χρειάζεται αλλαγές, πάντως όχι μεγάλες. Είμαστε, επίσης, στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών που οι πολίτες τους έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στην εντιμότητα (78%) των πολιτικών, την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται τις ανάγκες των ανθρώπων (73%) ή να ασχολούνται με τα σημαντικότερα προβλήματα των πολιτών και της χώρας (69%). Και βρισκόμαστε στην πρώτη θέση, μακράν του δεύτερου, ως προς την πεποίθηση ότι οι πολιτικές αλλαγές που οι πολίτες επιθυμούν δεν μπορούν και να πραγματοποιηθούν. Ένα θηριώδες 68% δήλωνε πως μια πολιτική αλλαγή είναι μεν αναγκαία και επιθυμητή, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Μας ακολουθούν οι Γάλλοι, από μακριά, με ποσοστό 57%.
Ακριβώς επειδή αυτή και πολλές ακόμη έρευνες μας έδειχναν βυθισμένους σε ένα κλίμα απαξίωσης, παραίτησης και δυσπιστίας, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η τελευταία δημοσκόπηση της Metron (13/10, για το Mega news 104,6). Η δημοσκόπηση επιβεβαίωσε, φυσικά, αυτό το διάχυτο κοινωνικό κλίμα ανησυχίας και απαισιοδοξίας. Το περιμέναμε. Αποκάλυψε, όμως, και κάτι λιγότερο αναμενόμενο. Πως παρά την απαισιοδοξία μας, έχουμε υψηλές προσδοκίες από την πολιτική γενικά και από την επόμενη κυβέρνησή μας ειδικότερα. Άλλο θέμα αν αυτές τις προσδοκίες η συγκεκριμένη, εδώ και τώρα διαθέσιμη πολιτική προσφορά είναι σε θέση να τις ικανοποιήσει.
Ναι, είμαστε απαισιόδοξοι (οι 7 στους 10). Ναι, ο χειμώνας που έρχεται μας φοβίζει και είμαστε βέβαιοι (οι 8 στους 10) ότι η διατροφή, η ενέργεια και η στέγαση θα δυσκολέψουν περισσότερο τη ζωή μας- κι όχι μόνο για εκείνους (το 36%) που λένε πως τα λεφτά τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας. Μα στο ερώτημα «ποια είναι η προσδοκία σας από την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές;», μόνον ένας στους τέσσερεις απαντά «να μην χειροτερέψουν τα πράγματα». Μια μεγάλη πλειοψηφία δηλώνει πως η βασική της προσδοκία από την επόμενη κυβέρνηση είναι να βελτιώσει τα πράγματα. Σημάδι πως η απαισιοδοξία δεν έχει γυρίσει- όχι ακόμη, τουλάχιστον- σε απελπισία και αποστράτευση.
Το εύρημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με ένα επόμενο ερώτημα της έρευνας: Πιστεύετε ότι η πολιτική, γενικά, μπορεί να βοηθήσει στην καλυτέρευση της ζωής των ανθρώπων ή μήπως όχι; Ένα 76% απαντά πως ναι, η πολιτική μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο τη ζωή μας. Και μπορεί να το κάνει με τα όπλα της πολιτικής, με κυβερνητικές δράσεις, αντιπολιτευτικές και συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Όχι με την ενεργοποίηση πελατειακών δικτύων και προσωπικών εξυπηρετήσεων (στις οποίες πάντως φαίνεται να έχουν λίγο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη οι νεότεροι!).
Τόσο εκείνοι που λένε πως περισσεύει κάτι να βάλουν στην άκρη, όσο κι εκείνοι που δεν βγάζουν το μήνα, κάπως λιγότερο αυτοί, πιστεύουν στην δύναμη της πολιτικής και περιμένουν κάτι σημαντικό από αυτήν. Κεντροδεξιοί (88%) και Κεντροαριστεροί (80%) μοιράζονται την ίδια πεποίθηση. Οι άνω των 65 ετών (75%) αλλά και οι κάτω των 34 ετών (77%) επίσης. Φαίνεται, λοιπόν, πως υπάρχει ένα θετικό δυναμικό προσδοκιών από την πολιτική- συνεπώς, και από την δημοκρατία. Το οποίο μπορεί να προσφέρει μια θωράκιση απέναντι στους κινδύνους που προκύπτουν από τη δυσπιστία και την απαξίωση των θεσμών, που πλανιέται πάνω από τις κάλπες σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Αλλά αυτό το θετικό δυναμικό μπορεί και να κρέμεται από μια κλωστή. Μπορεί να εξανεμιστεί, αν η πολιτική προσφορά δεν καταφέρει να αντιστοιχηθεί με την ζήτηση. Είναι κρίσιμο, λοιπόν, να ακτινογραφηθεί σωστά αυτή η ζήτηση. Κι αν η έρευνα της Metron προσφέρει ένα νήμα-οδηγό, μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει κάποιες υποθέσεις.
Ο φόβος για το χειρότερο, η «σταθερότητα» σε ένα περιβάλλον αναταράξεων και κινδύνων δεν μπορεί να υποτιμηθεί ως αίτημα- κυρίως μεταξύ εκείνων (18%) που βάζουν κάτι στην άκρη στο τέλος του μήνα, αλλά όχι μόνον μεταξύ αυτών. Ωστόσο το αίτημα «να αποφύγουμε τα χειρότερα», φαίνεται να είναι μειοψηφικό. Μόνον ένας στους τέσσερεις το υιοθετεί. Η ζήτηση Ελπίδας, αντίθετα, μοιάζει ισχυρότερη από την ζήτηση Προστασίας. Τρεις στους τέσσερεις θα ταυτίζονταν ευκολότερα με μια καμπάνια ελπίδας.
Μια καμπάνια επικεντρωμένη στον φόβο, λοιπόν, μπορεί να μην βρει αυτή τη φορά, παρά την αρνητική διεθνή συγκυρία, ακροατήριο. Μια καμπάνια που επικεντρώνεται στην ελπίδα, θα το έβρισκε ευκολότερα. Αρκεί να μην εξαντλείται σ’ ένα αφηρημένο σύνθημα ή σ’ έναν άψυχο κατάλογο «ρεαλιστικών» μέτρων, ώστε να υπερβεί το τείχος δυσπιστίας.
Αλλά αυτό είναι ευκολότερο να το λέει κανείς παρά να το κάνει. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από κάτι απλούστερο. Το τρέχον κοινωνικό κλίμα, αυτός ο παράξενος συνδυασμός απαισιοδοξίας και προσδοκίας, μοιάζει μάλλον ασύμβατος με αρνητικές καμπάνιες. Ασύμβατος και με μια καθημερινή ρητορική, όπου η πολιτική μιλά μόνον για τον εαυτό της και λύνει σε κοινή θέα τους δικούς της εσωτερικούς λογαριασμούς, απορροφημένη από τους εσωτερικούς της ανταγωνισμούς. Αλλάξτε γλώσσα και θεματική- θα μπορούσε να είναι η συνταγή υπ’ αριθμόν ένα.
(Ο Παύλος Τσίμας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Τα Νέα Σαββατοκύριακο")


































