Σε νέα φάση έντασης εισέρχεται η πολιτική και κοινωνική κρίση στην Αλβανία, καθώς οι καταγγελίες για υπέρμετρη αστυνομική βία κατά τη διάρκεια των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων οδηγούνται πλέον στη Δικαιοσύνη. Την ίδια ώρα, φοιτητές και εκπαιδευτικοί προετοιμάζουν νέες κινητοποιήσεις, εντείνοντας την πίεση προς την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ποινική αναφορά που κατατέθηκε στην Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος (SPAK), με τους προσφεύγοντες να ζητούν τη διερεύνηση περισσότερων από 180 περιστατικών που, όπως υποστηρίζουν, συνδέονται με παράνομη ή δυσανάλογη χρήση βίας από αστυνομικούς κατά τις πρόσφατες διαδηλώσεις στα Τίρανα και σε άλλες πόλεις της χώρας.
Η πρωτοβουλία υποστηρίζεται από το κέντρο Res Publica, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, δικηγόρους, φοιτητές και πολίτες. Οι καταγγελίες δεν περιορίζονται στη συμπεριφορά μεμονωμένων αστυνομικών, αλλά επεκτείνονται στην ιεραρχία των σωμάτων ασφαλείας και ζητούν να εξεταστεί εάν υπήρξαν εντολές, παραλείψεις ή ανοχή σε πρακτικές που φέρονται να παραβίασαν τα δικαιώματα των διαδηλωτών.
Οι καταγγελίες για περισσότερα από 180 περιστατικά
Σύμφωνα με τους συντάκτες της αναφοράς, το υλικό που έχουν συγκεντρώσει αφορά περιστατικά ξυλοδαρμών, βίαιων προσαγωγών και χρήσης δυσανάλογης βίας κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τη δράση αστυνομικών με καλυμμένα πρόσωπα και χωρίς εμφανή διακριτικά, γεγονός που, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, δυσχεραίνει την ταυτοποίηση των εμπλεκομένων και την απόδοση ευθυνών.
Στην αναφορά γίνεται, επίσης, λόγος για φερόμενη συμμετοχή ατόμων με πολιτικά ρούχα σε βίαιες προσαγωγές διαδηλωτών. Οι προσφεύγοντες ζητούν να εξακριβωθεί εάν τα συγκεκριμένα περιστατικά ήταν μεμονωμένα συμβάντα ή εάν εντάσσονταν σε μια ευρύτερη πρακτική αντιμετώπισης των κινητοποιήσεων.
Βασικό αίτημα προς την SPAK είναι να εξεταστεί ολόκληρη η αλυσίδα διοίκησης των αστυνομικών επιχειρήσεων. Στόχος, όπως αναφέρουν, είναι να αποσαφηνιστεί ποιοι είχαν την ευθύνη του σχεδιασμού, ποιοι έδωσαν εντολές, ποιοι συμμετείχαν στην εκτέλεσή τους και εάν υπήρξαν αξιωματούχοι που γνώριζαν τις καταγγελλόμενες πρακτικές χωρίς να παρέμβουν.
Στο επίκεντρο ο αρχηγός της αστυνομίας και ο Έντι Ράμα
Στην αναφορά κατονομάζεται ο γενικός διευθυντής της αλβανικής αστυνομίας, Σκεντέρ Χίτα, μαζί με άλλους αξιωματούχους των σωμάτων ασφαλείας. Παράλληλα, ζητείται να εξεταστεί ο ρόλος του πρωθυπουργού Έντι Ράμα και του υπουργού Εσωτερικών, Έρβιν Ντέμο.
Το αίτημα αφορά, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενες οδηγίες προς την αστυνομική ηγεσία, τις επικοινωνίες με τους επικεφαλής των επιχειρήσεων και το κατά πόσο υπήρξε συμμετοχή ή ανοχή σε ενέργειες που καταγγέλλονται ως παράνομες.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η επανάληψη παρόμοιων περιστατικών επιβάλλει μια συνολική έρευνα, η οποία δεν θα περιοριστεί στους αστυνομικούς που εμφανίζονται να ασκούν βία, αλλά θα επεκταθεί και στα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη της επιχειρησιακής διοίκησης.
Φοιτητές και εκπαιδευτικοί ενώνουν τις δυνάμεις τους
Την ίδια στιγμή, οι κινητοποιήσεις στην Αλβανία συνεχίζονται, με τη συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας να προσδίδει νέα δυναμική στο κίνημα διαμαρτυρίας.
Δύο εκπαιδευτικά συνδικάτα ανακοίνωσαν τη στήριξή τους στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Σαββάτου 24 Οκτωβρίου, διευρύνοντας το μέτωπο των αντιδράσεων απέναντι στην κυβέρνηση.
Το Ανεξάρτητο Συνδικάτο Εκπαίδευσης της Αλβανίας (SPASH) κάλεσε τα μέλη του να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση που έχει προγραμματιστεί για τις 11:00 έξω από το πρωθυπουργικό μέγαρο στα Τίρανα. Για τις 14:00 έχει προγραμματιστεί νέα παρουσία διαμαρτυρίας κοντά στο υπουργείο Παιδείας.
Στην ανακοίνωσή του, το συνδικάτο συνδέει τις διεκδικήσεις των φοιτητών με την ανάγκη αναβάθμισης της εκπαίδευσης, την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών και τη διασφάλιση καλύτερων προοπτικών για τη νέα γενιά.
Στο πλευρό των φοιτητών τάχθηκε και το Ενωμένο Συνδικάτο Αλβανικής Εκπαίδευσης (SBASH), το οποίο εξέφρασε τη συμπαράστασή του στους εργαζομένους των πανεπιστημίων και κάλεσε σε κοινή στάση απέναντι σε φαινόμενα αδικίας και παραβίασης δικαιωμάτων.
Η συμμετοχή των συνδικάτων διευρύνει το κοινωνικό αποτύπωμα των διαδηλώσεων, καθώς η αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τη στάση της αστυνομίας, αλλά συνδέεται και με ευρύτερα ζητήματα που απασχολούν την εκπαιδευτική κοινότητα και τους νέους της χώρας.
Από τις συγκρούσεις στους δρόμους στη δικαστική διερεύνηση
Οι τελευταίες κινητοποιήσεις έχουν σημαδευτεί από σοβαρά επεισόδια, με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών, ρίψεις αντικειμένων και εμπρηστικών μηχανισμών, αλλά και χρήση δακρυγόνων και υδροβόλων από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Associated Press για προηγούμενες συγκρούσεις, είχαν πραγματοποιηθεί 167 συλλήψεις, ενώ η αστυνομία είχε ανακοινώσει 132 τραυματισμούς αστυνομικών. Παράλληλα, επτά αστυνομικοί είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα εν αναμονή της διερεύνησης καταγγελιών για υπέρμετρη χρήση βίας.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη σύνθετη εικόνα των διαδηλώσεων, στις οποίες έχουν καταγραφεί τόσο βίαιες ενέργειες από μερίδα διαδηλωτών όσο και καταγγελίες για υπέρβαση των ορίων της αστυνομικής παρέμβασης. Η διερεύνηση των περιστατικών καλείται να αποσαφηνίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκαν οι συγκρούσεις και να διαπιστώσει εάν υπήρξαν παραβιάσεις της νομοθεσίας.
Αυξάνεται η πίεση στην κυβέρνηση
Για την κυβέρνηση Ράμα, οι εξελίξεις διαμορφώνουν δύο παράλληλα μέτωπα: αφενός, την απαίτηση για λογοδοσία σχετικά με τη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων και, αφετέρου, τη διεύρυνση των κοινωνικών κινητοποιήσεων με τη συμμετοχή φοιτητών, εκπαιδευτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Η εξέλιξη της έρευνας θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την πορεία της υπόθεσης, καθώς οι καταγγέλλοντες ζητούν να διερευνηθούν όλες οι πιθανές ευθύνες, ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχουν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Την ίδια ώρα, οι νέες συγκεντρώσεις αναμένεται να δείξουν εάν το κίνημα διαμαρτυρίας θα διατηρήσει τη δυναμική του και εάν οι διεκδικήσεις των φοιτητών θα αποκτήσουν ακόμη ευρύτερη κοινωνική υποστήριξη.
































