Δύο λέξεις, απλές, σε λαΪκό ύφος του κυβερνητικού βουλευτή Δ. Καλογερόπουλου ήταν αρκετές να γρατζουνίσουν την κυβέρνηση. Περισσότερο από ότι την γρατζούνισε η αντιπολίτευση.
«Τον… ήπιαμε» είπε αυθόρμητα -on camera- ο Δ. Καλογερόπουλος σχολιάζοντας την Κύρωση του Τουρκολιβυκού μνημονίου από την Βεγγάζη.
Την ώρα που η κυβέρνηση δίνει μάχη -εντός και εκτός συνόρων- για να αντικρούσει τα περί «διπλωματικής ήττας». Και ήταν τόσο ακατανίκητα «φυσικός» ο βουλευτής της Ν.Δ. που όταν αντελήφθη την… έκπληξη στο στούντιο πρόσθεσε «Ελληνικά το είπα». Εννοώντας στην καθομιλουμένη…
...Όταν ο Παύλος Μαρινάκης επιχειρηματολογούσε περί του αντιθέτου
Ο πρώτος που πρέπει να έγινε… ψυχολογικό ράκος ήταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Ο οποίος μόλις είχε τελειώσει το briefing στο οποίο επί 45’ σφυροκοπούσε την αντιπολίτευση κάνοντας λόγο για «προπονητές της εξέδρας»…
«Όταν μιλάμε για διπλωματικές ήττες ή ακόμη χειρότερα για εθνικές ήττες χωρίς να το καταλαβαίνουμε έμμεσα νομιμοποιούμε μια παράνομη και ανυπόστατη θέση που κανένας σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν αναγνωρίζει» έλεγε χαρακτηριστικά ο Π. Μαρινάκης.
Ενόχληση παρά το αγαπητό προφίλ του Δ. Καλογερόπουλου
...Προ Καλογερόπουλου. Διότι όταν ενημερώθηκε το Μαξίμου για το ξερό «τον ήπιαμε» που εκστόμισε κυβερνητικός βουλευτής τα τηλέφωνα πήραν… φωτιά. Παρότι η όλη φυσιογνωμία του πρώην δημάρχου Αιγάλεω παραπέμπει σε έναν αγαπητό σε όλους βουλευτή, το θέμα αξιολογήθηκε ως σοβαρό.
Αφού έδωσε τροφή στην αντιπολίτευση να επιμένει στα περί ήττας. Αυτή τη φορά με την σύμφωνη γνώμη και κυβερνητικού βουλευτή.
Και είναι γεγονός ότι η τοποθέτηση του Δ. Καλογερόπουλου είχε αρκετά στοιχεία κριτικής. «Καθόμασταν και περιμέναμε και βαυκαλιζόμασταν… Και λέγαμε ότι κάποιοι άλλοι είναι παλικάρια της φακής… Από αστοχίες που έχουν γίνει η Τουρκία ζητάει έγγραφη ενημέρωση» είπε μεταξύ άλλων ο βουλευτής της Ν.Δ.
Στο… παρά ένα αποκλείστηκε η διαγραφή του
Η αντίδραση του πρωθυπουργικού επιτελείου ήταν έντονη και πολύ αυστηρή προς τον Δ. Καλογερόπουλο. Σε τέτοιο βαθμό υπήρξε ενόχληση ώστε προς στιγμήν μπήκε στο τραπέζι και θέμα διαγραφής του κυβερνητικού βουλευτή.
Σκέψη που γρήγορα αποσύρθηκε από το τραπέζι. Στην λογική του ξηλώματος του κυβερνητικού πουλόβερ. «Κάθε μέρα κάποιος δικός μας δίνει αφορμές. Αν πάμε έτσι στο τέλος δεν θα μείνει κανείς» σχολίαζε κυβερνητικός παράγοντας.
Όσοι κυβερνητικοί απασχολούν την επικαιρότητα δεν σημαίνει ότι κάνουν «λάθος» ή «φάουλ» σημειώνει έτερος κυβερνητικός που διαβαθμίζει τις περιπτώσεις. «Είναι άλλης τάξης το «α και ου και ΔΑΠ ΝΔΦΚ» του Άδωνι Γεωργιάδη που έχει κομματική χροιά ή το «ύφος» του Μ. Λαζαρίδη απέναντι στην Νάντια Γιαννακοπούλου και άλλης τάξης μία παραδοχή διπλωματικής αποτυχίας» λέει.
Αναγκάστηκε να κάνει διευκρινιστική δήλωση
Με αυτά και με εκείνα ο Δ. Καλογερόπουλος αναγκάστηκε να προχωρήσει σε διευκρινιστική δήλωση. Φυσικά σε πολύ διαφορετικό ύφος από το αρχικό. Σε γλώσσα θεσμική και πρέπουσα.
«Σε πρωινή εκπομπή του MEGA News, χρησιμοποίησα μία ατυχή έκφραση, αναφερόμενος στο παράνομο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο έγραψε ο κ. Καλογερόπουλος στο fb και πρόσθεσε: « Η ατυχής διατύπωσή μου δεν αναιρεί τη σταθερή προσήλωσή μου στην εθνική γραμμή, στην προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και στην υπεράσπιση των συμφερόντων της πατρίδας μας».
Σε ιδιότυπη «προεκλογική ομηρία» η κυβέρνηση
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη σίγουρα δεν βρίσκεται στην θέση του Κ. Καραμανλή που κυβέρνησε το 2007- 2009 με μόλις 152 βουλευτές. Με αποτέλεσμα να εξαρτάται η ύπαρξη της από τις διαθέσεις έστω και ενός αντάρτη – βουλευτή.
Αριθμητικά -τουλάχιστον- η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει άνετη πλειοψηφία 156 βουλευτών. Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι μπαίνει σε μία ιδιότυπη περίοδο «άτυπης ομηρίας». Κυρίως λόγω εκλογών και «γαλάζιου» εμφυλίου.
Καχυποψία για την «φανέλα»
...Αφού αν η κυβέρνηση αρχίζει να διαγράφει βουλευτές της θα διογκώσει το πρόβλημα. Αν δεν το κάνει θα απελευθερώσει κυβερνητικούς βουλευτές να μιλούν όλο και πιο ελεύθερα προκειμένου να επανεκλεγούν…
Με την καχυποψία του ποιος -εντός της κυβέρνησης- παίζει για ποια «φανέλα» να διαχέεται παντού. Παίζει για την «φανέλα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, της «δυσαρεστημένης ΝΔ» του Αντώνη Σαμαρά ή του εαυτού του;




























