Το καμπανάκι της μικρομεσαίας αγοράς προς την πολιτεία, τους ιδιοκτήτες ακινήτων και τους καταναλωτές.
Το περασμένο Σάββατο είδαμε, δύο διαφορετικές Ελλάδες.
Στα μικρά καταστήματα των δρόμων και των συνοικιών υπήρχαν λίγοι πελάτες, χαμηλός τζίρος και επιχειρήσεις που έκλεισαν νωρίς. Την ίδια ώρα, στα εμπορικά κέντρα επικρατούσε συνωστισμός και τα καταστήματα ήταν γεμάτα.
Ο τζίρος δεν εξαφανίζεται. Μετακινείται. Από τα μικρά καταστήματα στις μεγάλες αλυσίδες, στα εμπορικά κέντρα και στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Αυτή η μετακίνηση, σε συνδυασμό με την αύξηση της ενέργειας, των μισθών, των ενοικίων, των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, οδηγεί πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε αδιέξοδο.
Δεν κλείνουν μόνο καταστήματα, κλείνει η πόλη.
Όταν κλείνει ένα μικρό κατάστημα, δεν χάνεται μόνο ένας επαγγελματίας. Χάνεται μία θέση εργασίας, ένας λόγος για να επισκεφθεί κάποιος, ένα δρόμο και ένα κομμάτι της ζωής της γειτονιάς.
Όταν κλείνουν πολλά καταστήματα, μειώνεται η κίνηση, υποχωρεί η κατανάλωση και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος νέων λουκέτων.
Μια πόλη χωρίς εμπορική ζωή δεν χάνει απλώς βιτρίνες. Χάνει τη ψυχή, την ασφάλεια και τη ζωντάνια της.
Ως πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, οφείλω να προειδοποιήσω. Αν συνεχιστούν οι σημερινές πιέσεις, μέσα στην επόμενη διετία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με το λουκέτο ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μικρομεσαίων φυσικών καταστημάτων. Η εκτίμηση ότι ο κίνδυνος μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50%, δεν αποτελεί επίσημη στατιστική πρόβλεψη, αλλά είναι μία σοβαρή προειδοποίηση για την κατεύθυνση που έχει πάρει η αγορά.
Λιγότερος τζίρος, μεγαλύτερα έξοδα.
Η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή. Λιγότερος τζίρος, μεγαλύτερα έξοδα και μικρότερο περιθώριο επιβίωσης.
Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να αυξάνει συνεχώς τις τιμές χωρίς να χάσει πελάτες. Αν δεν τις αυξήσει, βλέπει το περιθώριο του, να εξαφανίζεται. Στη συνέχεια καθυστερεί πληρωμές, συσσωρεύει οφειλές και τελικά οδηγείται στο κλείσιμο. Το λουκέτο δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα κακής διαχείρισης. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης πίεσης όπου τα έσοδα μειώνονται και τα έξοδα αυξάνονται.
Προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων.
Οι ιδιοκτήτες που απαιτούν υπέρογκες αυξήσεις ενοικίων πρέπει να αντιληφθούν την πραγματικότητα.
Το υψηλότερο ενοίκιο δεν σημαίνει πάντα υψηλότερο εισόδημα. Ένα άδειο κατάστημα μπορεί να αποδειχθεί πολύ ακριβότερο από μια λογική συμφωνία.
Αν οι επιχειρήσεις κλείσουν και οι δρόμοι αδειάσουν, θα υπονομευθεί και η αξία των ακινήτων. Χρειάζεται ρεαλισμός και μακροπρόθεσμη σκέψη. Η επιβίωση της αγοράς είναι προς το συμφέρον τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του μισθωτή.
Προς την Πολιτεία.
Δεν ζητάμε να σταματήσει το ηλεκτρονικό εμπόριο, οι μεγάλες επιχειρήσεις ή οι προσφορές. Ζητάμε, όμως, να αναγνωριστούν οι συνέπειες της ολοένα μεγαλύτερης συγκέντρωσης της αγοράς. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες χρηματοδότησης, αγοραστικής δύναμης, διαφήμισης και τεχνολογίας με τις μεγάλες εταιρείες.
Δεν ζητάμε προστασία από τον ανταγωνισμό. Ζητάμε δίκαιους όρους για να μπορεί να επιβιώσει και ο μικρός επαγγελματίας.
Προς τους καταναλωτές.
Κάθε οικογένεια έχει δικαίωμα να αναζητά την καλύτερη τιμή. Όμως οι καθημερινές επιλογές μας διαμορφώνουν την αγορά και το μέλλον των πόλεων μας. Όταν αγοράζουμε συστηματικά από μεγάλες αλυσίδες ή ηλεκτρονικές πλατφόρμες του εξωτερικού, μέρος της κατανάλωσης που θα μπορούσε να στηρίξει την τοπική οικονομία κατευθύνεται αλλού.
Δεν ζητάμε να σταματήσει κανείς να συγκρίνει τιμές. Ζητάμε να συνυπολογίζει και την αξία της τοπικής αγοράς.
Γιατί όταν κλείσουν τα καταστήματα, θα χαθούν η προσωπική εξυπηρέτηση, η άμεση ευθύνη και η ζωντανή εμπορική γειτονιά.
Ανεργία και χρέη.
Πίσω από κάθε λουκέτο υπάρχουν εργαζόμενοι, οικογένειες και επαγγελματίες, συχνά μεγαλύτερης ηλικίας, που δεν μπορούν εύκολα να ξεκινήσουν από την αρχή. Το κλείσιμο δεν σημαίνει διαγραφή των χρεών. Μπορεί να οδηγήσει σε πολυετή οικονομική περιπέτεια και νέα αύξηση του ιδιωτικού χρέους. Η Πολιτεία πρέπει να θεσπίσει ειδική και ρεαλιστική ρύθμιση για όσους αναγκάζονται να αποχωρήσουν οριστικά από το εμπόριο.
Ένας επαγγελματίας που κλείνει επειδή δεν μπορεί να επιβιώσει χρειάζεται πραγματική διέξοδο, όχι εγκλωβισμό σε χρέη χωρίς δυνατότητα αποπληρωμής.
Χρειάζονται άμεσα μέτρα για τη μείωση του λειτουργικού κόστους, την εν ενέργεια, τη φορολογία, τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, τη ρύθμιση των οφειλών και την αναζωογόνηση των τοπικών αγορών.
Το καμπανάκι χτυπάει τώρα.
Ο έμπορος δεν ζητά προνόμια. Ζητά να μπορεί να εργαστεί, να πληρώνει τις υποχρεώσεις του, να αμείβει τους εργαζομένους του και να συντηρεί την οικογένεια του από τη δουλειά του. Η Πολιτεία πρέπει να αντιληφθεί ότι η εξαφάνιση χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων έχει κόστος πολύ μεγαλύτερο από το εμπόριο. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων πρέπει να καταλάβουν ότι η αξία της περιουσίας τους συνδέεται με την υγεία της αγοράς. Και οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ότι οι επιλογές τους διαμορφώνουν τ μέλλον των πόλεων στις οποίες ζουν.
Δεν είναι μοιραίο οι πόλεις μας να μετατραπούν σε άδειους εμπορικούς δρόμους. Αν όμως συνεχίσουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, αυτό το ενδεχόμενο θα γίνεται κάθε μέρα πιο πραγματικό.
Ως Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, θεωρώ υποχρέωσή μου να χτυπήσω σήμερα το καμπανάκι. Γιατί όταν κλείσει το τελευταίο κατάστημα μιας εμπορικής γειτονιάς, δεν θα έχει χάσει μόνο ο έμπορος. Θα έχουν χάσει οι εργαζόμενοι, οι κάτοικοι, οι ιδιοκτήτες, η τοπική οικονομία και τελικά ολόκληρη η πόλη.
Τα κατεβασμένα ρολά δεν θα είναι απλώς η εικόνα μιας επιχείρησης που απέτυχε. Θα είναι η απόδειξη ότι αποτύχαμε όλοι να προστατεύσουμε τη ζωή των πόλεων μας.
(Ο Θάνος Τσαγκάρης είναι πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών)





























