Οι δηλώσεις του Κωνσταντίνου Κυρανάκη δεν προσβάλλουν μόνο την ιστορική αλήθεια αλλά θέτουν ένα βαθύτερο πολιτικό ζήτημα: ποια Δημοκρατία υπερασπίζεται μια κυβέρνηση όταν, αντί να απαντά στην άνοδο της Ακροδεξιάς, επιλέγει να στοχοποιεί την Αριστερά και το ΚΚΕ και να εξισώνει πολιτικές δυνάμεις με εντελώς διαφορετική ιστορική διαδρομή;
Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, ερωτηθείς για την εκλογική απήχηση του κόμματος του Ηλία Κασιδιάρη, επέλεξε να βάλει στην ίδια ζυγαριά τον ναζισμό και το ΚΚΕ. Παρουσίασε ως δύο ισοδύναμα άκρα τον Κασιδιάρη, με το ναζιστικό σύμβολο της σβάστικας, και ένα κόμμα που δρα νόμιμα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Αυτή δεν είναι απλώς μια ιστορική ανακρίβεια. Είναι μια αδιανόητη πολιτική επιλογή με σοβαρές συνέπειες.
Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μεμονωμένο περιστατικό. Έρχεται σε συνέχεια της προσπάθειας να ταυτιστεί το ακρωνύμιο της ΕΛ.Α.Σ. με τον Εμφύλιο, παρακάμπτοντας συνειδητά την ιστορική του προέλευση. Ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός υπήρξε το ένοπλο σκέλος του ΕΑΜ και η μεγαλύτερη αντιστασιακή στρατιωτική οργάνωση της χώρας κατά τη ναζιστική Κατοχή. Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ συνδέθηκαν με τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους κατακτητές. Αυτή είναι μια αναντίρρητη ιστορική πραγματικότητα.
Άλλο πράγμα το ΚΚΕ και άλλο ο ναζισμός. Άλλο οι αγωνιστές που πολέμησαν τους κατακτητές και άλλο τα Ες Ες και η Βέρμαχτ. Άλλο ο Άρης Βελουχιώτης και ο Στέφανος Σαράφης και άλλο ο Γεώργιος Τσολάκογλου, ο επικεφαλής της κατοχικής κυβέρνησης που συνεργάστηκε με τους κατακτητές. Η ιστορία δεν γίνεται να ξαναγράφεται ανάλογα με τις σημερινές κομματικές ανάγκες.
Η φετινή αποκάλυψη των φωτογραφιών από τις τελευταίες στιγμές των 200 κομμουνιστών πατριωτών, που εκτελέστηκαν από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, κάνει αυτή την ιστορική αλήθεια ακόμη πιο συγκλονιστική.
Οι φωτογραφίες, που ήρθαν στο φως 82 χρόνια μετά και περιήλθαν στην κατοχή του ελληνικού κράτους, αποτυπώνουν πρόσωπα ανθρώπων που βάδιζαν προς τον θάνατο με αξιοπρέπεια και γενναιότητα, ως πατριώτες Έλληνες κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους ναζί. Πολλοί από αυτούς είχαν παραδοθεί στις γερμανικές αρχές από τις ελληνικές κατοχικές αρχές, ενώ κρατούνταν ήδη στις φυλακές και στα στρατόπεδα της Κατοχής από την περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ως πολιτικοί αντιφρονούντες. Η παράδοσή τους στους κατακτητές και η εκτέλεσή τους υπενθυμίζουν ότι ο ναζισμός δεν στηρίχθηκε μόνο στη δύναμη των όπλων του, αλλά και στη συνεργασία ντόπιων μηχανισμών. Αυτούς τους ήρωες δεν δικαιούται κανείς να τους εξισώνει με τους ναζί δολοφόνους τους. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν είναι απλώς ιστορικά ντοκουμέντα· είναι μια ζωντανή απάντηση σε κάθε απόπειρα παραχάραξης της Ιστορίας και εξίσωσης του φασισμού με εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον του.
Η αναγνώριση των ιστορικών εγκλημάτων του σταλινισμού που το ρεύμα της Αριστεράς τα έχει αναγνωρίσει με δημόσια τοποθέτηση δεν δικαιολογεί την εξίσωση του κομμουνισμού με τον ναζισμό, ούτε τη σχετικοποίηση των εγκλημάτων των ναζί και των συνεργατών τους.
Σε μια χώρα με μαρτυρικά χωριά, με το Δίστομο, τα Καλάβρυτα και την Καισαριανή, τέτοιες εξισώσεις δεν είναι αθώες. Αγγίζουν τον πυρήνα της συλλογικής μνήμης. Και όταν προέρχονται από κορυφαίο κομματικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια προσωπική άποψη χωρίς πολιτική ευθύνη.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ το 1974, στο πλαίσιο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας μετά τη δικτατορία. Η επιλογή εκείνη συμβόλιζε την υπέρβαση ενός καθεστώτος πολιτικών αποκλεισμών και διώξεων.
Η ευθύνη ανήκει προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αν διαφωνεί με τις δηλώσεις του γραμματέα του κόμματός του, οφείλει να το πει καθαρά. Αν τις αποδέχεται, τότε η σιωπή του αποκτά πολιτικό νόημα και περιεχόμενο. Η ανοχή σε τέτοιες τοποθετήσεις ενισχύει την εντύπωση ότι η θεωρία των δύο άκρων δεν αποτελεί απλώς προσωπική άποψη, αλλά μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής κατεύθυνσης. Όλοι γνωρίζουν πού μπορεί να οδηγήσει η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς. Όταν ο φασισμός παρουσιάζεται ως μία ακόμη εκδοχή πολιτικής διαφωνίας και η αντιφασιστική παράδοση εξισώνεται με αυτόν, τα όρια μετακινούνται επικίνδυνα.
Η Δημοκρατία δεν προστατεύεται με την εξίσωση των θυτών με τα θύματα, ούτε με την ανακύκλωση του αντικομμουνισμού. Προστατεύεται με ιστορική γνώση, θεσμική συνέπεια και καθαρή στάση απέναντι στον ναζισμό και τον φασισμό. Η σιωπή απέναντι σε τέτοιες δηλώσεις δεν είναι ουδετερότητα. Είναι πολιτική επιλογή. Και η Δημοκρατία απαιτεί από όλους, ιδιαίτερα από όσους κυβερνούν, να αναλαμβάνουν την ευθύνη των επιλογών τους.
(Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι μέλος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης)



























