Μια ξεχωριστή κριτική στην ποιητική συλλογή του Προκόπη Παυλόπουλου, υπό τον τίτλο «Σταλακτίτες από τέσσερις στροφές» (εκδ. Gutenberg), κάνει το bookpress και η Άλκηστις Σουλογιάννη.
Όπως σημειώνει: «Η συλλογή αποτυπώνει έναν εκτενέστατο, πυκνοκατοικημένο κειμενικό κόσμο που αντιστοιχεί σε ένα σύνολο εκατόν εξήντα δύο ποιημάτων με κοινή μορφή τεσσάρων στροφών και με κατανομή σε ενότητες ανάλογα με τον αριθμό στίχων που λειτουργεί ως δομικός θεματικός πυρήνας στη σύνθεση των κειμένων, επαναλαμβανόμενος ή σε συνδυασμό με άλλους στίχους σε ελεύθερους συσχετισμούς».
Αναλυτικά όσα γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη:
Ενίοτε, η ροή του γενικού πολιτισμικού χρόνου αναδεικνύει (ανεξάρτητα πάντως από τον χαρακτήρα της υποδοχής εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών) παράγοντες από διακεκριμένα πεδία του δημόσιου βίου, όπως είναι η πολιτική (ορισμένες φορές και σε συνάρτηση με την ακαδημαϊκή δραστηριότητα, όπως ισχύει για παράδειγμα στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του Μιχαήλ Στασινόπουλου), οι οποίοι επιλέγουν σαν ένα στοιχείο προστιθεμένης αξίας να εμπλακούν στις διεργασίες προσωπικού εργαστηρίου λογοτεχνικής γραφής.
Αυτή η επιλογή είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ως δήλωση προθετικότητας σχετικά με τη βιωματική πρόσληψη και την παραστατική απόδοση της αντικειμενικής πραγματικότητας, περαιτέρω δε (και κυρίως) σχετικά με την αξιοποίηση της τέχνης του λόγου ως απαραίτητη διαδικασία προς τη σύνθεση πλήρους κοινωνικής οντότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η καθ’ ημάς πολιτισμική αγορά υποδέχθηκε την ποιητική συλλογή του Προκόπιου Παυλόπουλου υπό τον τίτλο Σταλακτίτες από τέσσερις στροφές.
Η συλλογή αποτυπώνει έναν εκτενέστατο, πυκνοκατοικημένο κειμενικό κόσμο που αντιστοιχεί σε ένα σύνολο εκατόν εξήντα δύο ποιημάτων με κοινή μορφή τεσσάρων στροφών και με κατανομή σε ενότητες ανάλογα με τον αριθμό στίχων που λειτουργεί ως δομικός θεματικός πυρήνας στη σύνθεση των κειμένων, επαναλαμβανόμενος ή σε συνδυασμό με άλλους στίχους σε ελεύθερους συσχετισμούς.
Στο πλαίσιο αυτό ο επίμονος αναγνώστης, ανεξάρτητα από αισθητικές ή/και θεωρητικές προαιρέσεις, θα αναγνωρίσει ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία σχετικά με τη συνδυαστική διαχείριση εννοιών, όπως είναι το νόημα και το βίωμα, ο εσωτερικός και ο κοινωνικός άνθρωπος, ο κόσμος της φύσης και ο κόσμος των ιδεών, η σχέση της ύπαρξης με τη φύση, η ψυχή και το σώμα, η ζωή και ο θάνατος, ο προσωπικός και ο γενικός χρόνος, η συμμετοχή του παρελθόντος και του υπολειπόμενου/μέλλοντος χρόνου στη διαμόρφωση του βιωματικού παρόντος, η βιωματική πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας, η διαπροσωπική επικοινωνία και η μοναξιά, τα προϊόντα των αισθήσεων και το περιεχόμενο των συναισθημάτων.
Επίσης: η αγάπη και ο έρως, η χαρά, η δόξα, η ελπίδα, η ελευθερία, η αιωνιότητα, η προσδοκία, ο φθόνος, η οργή, ο πόνος, ο φόβος, η νοσταλγία. Κυρίως: η μνήμη και η λήθη ως δύο συγγενή πεδία, όπου αποθησαυρίζονται όσα επιλέγονται από την κοίτη ροής του χρόνου και αποκτούν στερεά υπόσταση μέσα στο περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, διασώζοντας όσα ανήκουν στην άυλη πραγματικότητα (του θανάτου και των ονείρων συμπεριλαμβανομένων). Με αυτή την προϋπόθεση, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στις λεπτομέρειές του το σημασιολογικό και συνδηλωτικό ισοδύναμο του τίτλου της ποιητικής συλλογής ως συνόλου.
Το ύφος
Τα σημαινόμενα της συλλογής διεκπεραιώνει λόγος στοχαστικός, πνευματώδης, παραστατικός και παραβολικός, αφοριστικός και συνδηλωτικός, με αμεσότητα προφορικής επικοινωνίας, κυρίως με βιωματική καλλιέπεια και με ρητορική οικονομία.
Εδώ, κυριαρχούν επιλογές από την κοινή χρήση της γλώσσας, ενισχυμένες αφενός με διαλεκτικά στοιχεία βιωματικής προέλευσης, και αφετέρου με επαγγελματικά ιδιόλεκτα. Στο πλαίσιο αυτό, η προσεκτική ανάγνωση εντοπίζει και στοιχεία από το φορτίο διαχρονικής ισχύος της ελληνικής γλώσσας, όπως είναι η λέξη «τερπενοειδής» (αυτός που μοιάζει με τερπνόν, ο τερπνός) ή η λέξη «ορθρίζω» (ξυπνώ πολύ πρωί).
Στην υφολογική δομή της ποιητικής συλλογής κυριαρχεί η αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς που αποδίδει την ποιότητα του κειμενικού κόσμου, σύμφωνα με τις επιλογές του Προκόπιου Παυλόπουλου, όπως αναγνωρίζουμε σε αποσπάσματα ανεξάρτητα από περιβάλλοντα συμφραζομένων:
«σμήνη πουλιών που στα φτερά τους/ συνωμοτεί η καταιγίδα», «μόνο η σιωπή/ ξέρει το μονοπάτι της ψυχής», «Χανόταν η βροχή βαθιά στα μάτια/ σαν παράπονο», «Οι μνήμες πέρασαν/ το κατώφλι του χρόνου», «στέγες αιχμάλωτες στα ραγισμένα κεραμίδια», «Με τη νύχτα να γέρνει πενθώντας/ πάνω στα σάπια σανίδια της μοναξιάς», «Έρχονται χρόνια/ που οι εποχές βυθίζονται και σβήνουν», «καταμεσής σε λόφους που δε γνώρισαν/ τη συντροφιά ενός θάμνου», «Εκείνα τα θολά φεγγάρια/ του φθόνου/ […]/ δεν έλεγαν να δύσουν».
Κυρίως, το φαινόμενο της μεταφοράς αναγνωρίζεται να αξιοποιείται για τη σύνθεση των γραμματικών εικόνων στην ανά χείρας ποιητική συλλογή, ως ισχυρός υφολογικός παράγων που αποδίδει παραστατικά υλικό από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, επίσης τόπους με τοπόσημα από τον αντικειμενικό κόσμο που έχουν μετεξελιχθεί σε τοπία της υποκειμενικής πραγματικότητας κάτω από το βάρος βιωματικού υλικού, καθώς και πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα από την αντικειμενική πραγματικότητα, όπου εντάσσονται δεδομένα από τη μυθολογία, την ιστορία, την πολιτική, όπως και από πολιτισμικά πεδία διαχρονικής αξίας και αποδοχής.
Ιδιαίτερη πάντως λειτουργικότητα σε ό,τι αφορά τη δομή της ποιητικής συλλογής προβάλλουν οι γραμματικές εικόνες που αποδίδουν κατά μια γενικευμένη εφαρμογή τα στοιχεία, τα όντα, τα φαινόμενα από τον κόσμο της φύσης, τα οποία σε διαρκή διαλεκτική ή και αντιστικτική σχέση με τον εσωτερικόν άνθρωπο, ενίοτε ως προσωπεία αυτού, προπορεύονται, καθοδηγούν, κατευθύνουν, χρησιμεύουν ως παράδειγμα, υποβάλλουν αρχές αισθητικής, καθώς κωδικοποιούν την αρμονία, την ισορροπία, την αναγέννηση ως μια εκδοχή αιωνιότητας αποτυπώνοντας παράλληλα τη ροή του χρόνου.
Μέσα στο υφολογικό αυτό τοπίο, ενδιαφέρον έχουν επίσης οι γραμματικές εικόνες που αποδίδουν τη μεταφορική όσο και βιωματική συμμετοχή μουσικών οργάνων (πνευστά, κρουστά, έγχορδα) στη δομή του κειμενικού κόσμου από την οπτική του εσωτερικού ανθρώπου.
Αφοριστική διατύπωση, μεταγλωσσικότητα
Εξάλλου, σε κλίμα ομόλογο προς την αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς εντοπίζουμε δείγματα αφοριστικής διατύπωσης, π. χ.: «Ο χρόνος/ ένας αντικατοπτρισμός/ βαθιά στην έρημο/ που μάταια περιμένει/ μιαν όαση για ν’ αναβλύσει», «Η πείνα,/ ερινύα της ελπίδας/ που πασχίζει ν’ απλώσει/ τα πανιά της/ καταμεσής στο άδειο πέλαγο/ της μεγάλης φυγής», καθώς και ολόκληρα τα ποιήματα «Ορειβάτες», «Ορισμοί», «Προπαίδεια».
Παράλληλα, εντοπίζουμε και δείγμα μεταγλωσσικότητας, στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων ως δομικού υλικού για τη σύνθεση ποιήματος κατά την αντίληψη του Προκόπιου Παυλόπουλου, ανεξάρτητα από την κοινή χρήση της γλώσσας ως οχήματος για τη διεκπεραίωση πληροφοριών, π. χ.: «Μια λέξη/ που περνώντας λοξοδρόμησε/ και έβαλε κατά τύχη/ ρότα για τον ορίζοντα/ έγινε προσευχή/ κρυφή μα και περίκλειστη/ στον περιούσιο κύκλο/ μίας και μόνης συλλαβής:/ Φως!».
Καθώς ακολουθούμε τη μακρά σειρά των ποιημάτων της συλλογής, επισκεπτόμαστε κείμενα περισσότερο ή λιγότερο εκτενή σε ποικίλες συνθέσεις ελεύθερων στίχων με καταχρηστική αφηγηματικότητα, η οποία πάντως συνδυάζεται κατά περίπτωση και με ιδιαίτερους ρυθμικούς παράγοντες, όπως είναι το μήκος των λέξεων και των στίχων, η θέση του τόνου με τον συνακόλουθο επιτονισμό του κειμένου, ποικίλες παρηχήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζουμε και σύνθεση κειμένου που βασίζεται εξ ολοκλήρου σε ενδιαφέροντα ρυθμό, όπως αναγνωρίζουμε στο ποίημα «Κρίνο της άμμου», καθώς και μεμονωμένους συνδυασμούς στίχων σε αναγνωρίσιμο επίσης ρυθμό, π. χ.: «Στη θύρα της απαντοχής/ η μνήμη βάλθηκε να γνέθει» (από το ποίημα «Υφάντρα») ή «Η μέρα που φεύγει/ αμφίσημο τέλος,/ το άλλο πρωί/ λυμένο αίνιγμα» (από το ποίημα «Μαντείο των κύκλων»).
Μέσα στο υφολογικό τοπίο της προ οφθαλμών ποιητικής συλλογής υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε και τον «απόηχο» από διακείμενα συναγόμενα στο πλαίσιο των συμφραζομένων, ο οποίος αποκαλύπτει μια προσωπική μυθολογία με επιλεκτική αξιοποίηση στοιχείων από υλικά ενός πλούσιου βιωματικού και γνωστικού φορτίου. Την έκδοση συμπληρώνουν χαρακτικά του Γιάννη Ψυχοπαίδη σαν μια παρουσία εικαστικού κώδικα σε συνάντηση με την τέχνη του λόγου, σύμφωνα με την κριτική, συγκριτική, συνδυαστική αντίληψη του Προκόπιου Παυλόπουλου.
Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή
Μορφές
πάνω στ’ αρχαία μάρμαρα
με τις ριπές του χρόνου
να σκάβουν τις ρυτίδες τους
δίχως μια στάλα οίκτο,
μια στάλα απαντοχή…
[…]
Μορφές
αιώνων μαρτυρίες
με τις γραφές στο φρύδι
να ξεφυλλίζουν μνήμες
δίχως μια ιδέα κόπο,
μια ιδέα δισταγμό…
(από το ποίημα «Μορφές»)
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Προκόπης Παυλόπουλος, νομικός, πανεπιστημιακός και πολιτικός, γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1950. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1973 και συνέχισε, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, τις σπουδές του στο Παρίσι. Το 1977 αναγορεύθηκε διδάκτωρ (Doctorat d' Etat) του Πανεπιστημίου Paris II, στο οποίο αργότερα (1986) δίδαξε και ως Επισκέπτης Καθηγητής.
Το 1982 διορίσθηκε Εντεταλμένος Υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, μετά από διαδοχικές κρίσεις στις βαθμίδες του Επίκουρου Καθηγητή και του Αναπληρωτή Καθηγητή, εξελέγη Καθηγητής της ίδιας Σχολής το 1989.
Στον πολιτικό στίβο, διετέλεσε Γραμματέας του πρώτου (προσωρινού) Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλου, μέλος της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα, Διευθυντής του Νομικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας επί προεδρίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, Βουλευτής Επικρατείας, Βουλευτής Α΄ Αθηνών, μεταξύ άλλων. Το 2015 ανέλαβε έβδομος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (από τη μεταπολίτευση το 1974). Τον Μάρτιο του 2020 τον διαδέχτηκε η Κατερίνα Σακελλαροπούλου.
Έχει δημοσιεύσει μια πλειάδα έργων στον επιστημονικό χώρο.



























