Την ανάγκη να προστατεύσει η Ευρώπη τη βιομηχανική της βάση, να διασφαλίσει την πρόσβαση σε στρατηγικές πρώτες ύλες και να ενισχύσει την ενεργειακή της αυτονομία υπογράμμισε ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, σε συνέντευξή του στο CNBC.
Μιλώντας στην εκπομπή Squawk Box Europe, ο επικεφαλής της Metlen εστίασε στις αλλαγές που συντελούνται στο διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες στις οποίες στηρίχθηκε επί δεκαετίες η ευρωπαϊκή ευημερία δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες.
Αναφερόμενος στην πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν για συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Σι Τζινπίνγκ, σημείωσε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια «νέα Γιάλτα», παραπέμποντας στη διάσκεψη του 1945, κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό γεωπολιτικό τοπίο.
Όπως επισήμανε, εάν το μέλλον της Ουκρανίας και της ίδιας της Ευρώπης αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή, τίθεται ζήτημα για τον πραγματικό ρόλο της ηπείρου ως παγκόσμιας δύναμης.
Έμφαση έδωσε ο Ευάγγελος Μυτιληναίος στην υποχώρηση των παραδοσιακών πλεονεκτημάτων της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η Ευρώπη, όπως ανέφερε, οικοδόμησε την επιρροή της στην καινοτομία, στον πολιτισμό, στα πανεπιστήμια, στην πνευματική ιδιοκτησία και στην ισχυρή βιομηχανική της παρουσία. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μοντέλο στηρίχθηκε παράλληλα σε τρεις κρίσιμους παράγοντες: την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή ενέργεια, τις μεγάλες εξαγωγικές αγορές και την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Με τις ισορροπίες αυτές να μεταβάλλονται, ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen υποστήριξε ότι η Ευρώπη οφείλει να δώσει μεγαλύτερη προτεραιότητα στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διατήρηση των στρατηγικών της πόρων.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέδειξε την αγορά ανακυκλωμένου αλουμινίου, επισημαίνοντας τις αντιφάσεις μεταξύ της ευρωπαϊκής πολιτικής απανθρακοποίησης και της εμπορικής πραγματικότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν δασμό 50% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, αλλά μηδενικό δασμό στο scrap αλουμινίου. Η διαφοροποίηση αυτή έχει συμβάλει, όπως ανέφερε, στην αύξηση κατά 243% των ευρωπαϊκών εξαγωγών scrap αλουμινίου προς τις ΗΠΑ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη, ενώ επιδιώκει να ενισχύσει την ανακύκλωση και να περιορίσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της βιομηχανίας της, βλέπει σημαντικές ποσότητες πολύτιμων πρώτων υλών να κατευθύνονται εκτός των συνόρων της.
«Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιδιώκει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους πόρους που είναι απαραίτητοι για τη βιομηχανία της να κατευθύνονται αλλού», τόνισε.
Στο ενεργειακό πεδίο, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο για την ασφάλεια εφοδιασμού όσο και για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών.
Αναφέρθηκε στην εμπειρία της Metlen στην ανάπτυξη και κατασκευή συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες, επισημαίνοντας ότι ο όμιλος έχει υλοποιήσει πολυάριθμα σχετικά έργα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παράλληλα, έκανε ειδική αναφορά στο αυτόνομο σύστημα αποθήκευσης ενέργειας ισχύος 330 MW που εγκαινίασε πρόσφατα η εταιρεία στην Ελλάδα. Πρόκειται, σύμφωνα με όσα ανέφερε, για το μεγαλύτερο έργο της συγκεκριμένης κατηγορίας στη χώρα και ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη.
Η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών αποκτά αυξανόμενη σημασία καθώς ενισχύεται η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δημιουργώντας μεγαλύτερες ανάγκες για ευελιξία και εξισορρόπηση του ηλεκτρικού συστήματος.
Κλείνοντας, ο επικεφαλής της Metlen υπογράμμισε ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο πάνω στο οποίο οικοδόμησε την ισχύ της. Χρειάζεται, όμως, να το προσαρμόσει στις νέες συνθήκες, διασφαλίζοντας ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, ισχυρή παραγωγική βάση και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η ευρωπαϊκή καινοτομία και βιομηχανική τεχνογνωσία να μετατραπούν σε ουσιαστική οικονομική και γεωπολιτική επιρροή, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς συσχετισμοί αναδιαμορφώνονται.






























