Αύξηση των επενδύσεων χωρίς αντίστοιχη επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης καταγράφουν τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, αναδεικνύοντας ερωτήματα για την κατεύθυνση των κεφαλαίων που επενδύονται στην Ελλάδα και την επίδρασή τους στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Παρά την αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 8% σε πραγματικούς όρους, ο συνολικός σχηματισμός κεφαλαίου μειώθηκε κατά 2,5%, κυρίως εξαιτίας της σημαντικής υποχώρησης των αποθεμάτων. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια σύνθετη εικόνα, καθώς η ελληνική οικονομία συνεχίζει να επενδύει περισσότερα σε κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμό και υποδομές, χωρίς όμως τα διαθέσιμα στοιχεία να αποδεικνύουν ότι η αύξηση αυτή συνοδεύεται από ανάλογη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έφτασαν το 2025 τα 44,85 δισ. ευρώ, από 40,82 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας ονομαστική αύξηση 9,9%. Πρόκειται για περίπου 4 δισ. ευρώ περισσότερα μέσα σε έναν χρόνο, ενώ σε πραγματικούς όρους η αύξηση διαμορφώθηκε στο 8%. Η επίδοση αυτή είναι σημαντικά υψηλότερη από τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος παρέμεινε στο 2,1%. Η διαφορά αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να εξεταστεί όχι μόνο το ύψος των επενδυτικών δαπανών, αλλά κυρίως η κατεύθυνσή τους. Διαφορετική επίδραση στην οικονομία έχει μια επένδυση που δημιουργεί μια νέα βιομηχανική μονάδα, αυξάνει την παραγωγή και ενισχύει τις εξαγωγές και διαφορετική μια επένδυση που περιορίζεται στην αγορά ή στην κατασκευή ακινήτων, χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχες νέες παραγωγικές δυνατότητες.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των νέων δεδομένων είναι η μεγάλη μεταβολή των αποθεμάτων, η οποία ανέτρεψε τη συνολική εικόνα του σχηματισμού κεφαλαίου. Το 2024 η μεταβολή των αποθεμάτων και οι καθαρές αποκτήσεις τιμαλφών ήταν θετική, ύψους 2,94 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 πέρασε σε αρνητικό έδαφος, στα 1,40 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μεταστροφή περίπου 4,34 δισ. ευρώ, η οποία υπεραντιστάθμισε την αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Έτσι, ο συνολικός ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου περιορίστηκε στα 43,44 δισ. ευρώ, από 43,76 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, καταγράφοντας μείωση 0,7% σε ονομαστικούς όρους και 2,5% σε πραγματικούς. Με απλά λόγια, η οικονομία επένδυσε περισσότερα σε πάγια στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα καταγράφηκε σημαντική μείωση των αποθεμάτων.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχουν πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις για τη μελλοντική ζήτηση.
Η υποχώρηση των αποθεμάτων αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν συνδυάζεται με τις υπόλοιπες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Το 2025 οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν μόλις κατά 0,4% σε πραγματικούς όρους, ενώ η τελική καταναλωτική δαπάνη ενισχύθηκε κατά 1,8%. Παράλληλα, οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,7%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η σημαντική αύξηση των επενδύσεων δεν συνοδεύτηκε την ίδια χρονιά από αντίστοιχη άνοδο των εξαγωγών, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η ελληνική οικονομία χρειάζεται επενδύσεις που δεν θα περιορίζονται στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης, αλλά θα δημιουργούν νέες δυνατότητες παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών με υψηλή προστιθέμενη αξία. Χρειάζεται, δηλαδή, επενδύσεις που θα αυξάνουν την παραγωγικότητα, θα ενισχύουν την τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων και θα συμβάλλουν στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έχουν υπερδιπλασιαστεί σε ονομαστική αξία από το 2020, όταν ανέρχονταν σε 20,61 δισ. ευρώ, φτάνοντας σχεδόν τα 45 δισ. ευρώ το 2025. Η δε συμμετοχή τους στο ΑΕΠ αυξήθηκε από περίπου 12,3% σε 18%. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν έχει μόνιμο αναπτυξιακό αποτέλεσμα διότι δεν συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας.

































